O αγαπημένος μου Glenn Gould: Μικρό αφιέρωμα με διαμάντια που μάζεψα ένα-ένα.

Πρώτα απ΄όλα, με τα μάτια του Ιλάν :

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Γεννήθηκε σαν σήμερα, 25 Σεπτεμβρίου του 1932. Το ταλέντο του φάνηκε από πολύ νωρίς. Από τα τρία μόνο χρόνια του μπορούσε να διαβάζει μια παρτιτούρα, ενώ ακόμα δεν ήξερε καν την αλφαβήτα. Το περιβάλλον του ήταν γεμάτο μουσική καθώς ο πατέρας του έπαιζε βιολί και η μητέρα του πιάνο, ενώ η γιαγιά του ήταν ξαδέλφη του Νορβηγού συνθέτη Edward Grieg.

Δεχόταν συχνά επικρίσεις για τις αυθαιρεσίες του στις ερμηνείες του. Αυτός όμως ακολούθησε το ένστικτό του και από το 1964 σταμάτησε τις συναυλίες και αφοσιώθηκε στη σύνθεση και τις ηχογραφήσεις. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1982 ένα σοβαρό εγκεφαλικό διέκοψε την πορεία ενός σπουδαίου ερμηνευτή και διανοούμενου. O Glenn Gould πέθανε στις 4 Οκτωβρίου, χωρίς ποτέ να ανακτήσει τις αισθήσεις του.

 

 

Στη συνέχεια, η μέρα μου βρήκε αυτό, στον τοίχο του Georges Glykofrydis,

Eξαιρετικό ντοκυμαντέρ για τον μεγάλο Glenn Gould.

 

Κι ο ίδιος μιλάει για τον Μπαχ :

 

 

Στις συναυλίες επέλεγε να παίζει χρησιμοποιώντας πάντα μία πτυσσόμενη καρέκλα .

Πρόκειται για το γνωστότερο αντικείμενο που συνδέεται με τον Γκλεν Γκουλντ. Την κατασκεύασε ο πατέρας του ειδικά γι’ αυτόν, μετά τον τραυματισμό του στην πλάτη, ώστε να βολεύεται καλύτερα μπροστά στο πιάνο. Ο Γκουλντ δεν την εγκατέλειψε ποτέ, σε ολόκληρη την καριέρα του (όπως δεν άλλαξε και το Steinway στο οποίο έπαιζε), ακόμα κι όταν είχε καταντήσει ετοιμόρροπη και επικίνδυνη. Η καρέκλα του ήταν μια μόνο από τις πολλές εμμονές του Γκουλντ, ο οποίος, μεταξύ άλλων, φορούσε πάντα γάντια και χοντρά ρούχα και, όταν ήταν στο Τορόντο, έτρωγε κάθε μέρα το ίδιο φαγητό στο ίδιο εστιατόριο: αυγά σκραμπλ. ( Dim/art

Εξίσου ιδιόρρυθμη και έντονη υπήρξε και η σχέση του Γκουλντ με το πιάνο του, με το οποίο είχε αναπτύξει ένα δέσιμο σχεδόν «ερωτικό».[35]

Ο Γκουλντ φοβόταν υπερβολικά το κρύο και συνήθιζε για αυτό το λόγο να φορά ζεστά ρούχα ακόμα και σε θερμά μέρη. Επιπλέον, φοβόταν τις μολύνσεις και τις ασθένειες, έπαιρνε πολλά φάρμακα κάθε είδους και συχνά αισθανόταν πως ήταν άρρωστος, αρκετές φορές χωρίς λόγο.[36] Ο ίδιος έλεγε για την διαφορετικότητά του: «Δεν πιστεύω πως ο τρόπος ζωής μου έχει ομοιότητες με εκείνον των περισσότερων ανθρώπων και είμαι ευτυχής για αυτό. Ο τρόπος ζωής και το έργο μου έχουν γίνει ένα. Αν αυτό είναι εκκεντρικότητα, τότε είμαι εκκεντρικός».[37] Δε θεωρούσε τον εαυτό του «αντικοινωνικό», όπως τον κατηγορούσαν ορισμένοι. Απλώς, τον διέκρινε, όπως είχε δηλώσει, μια «αυτοπειθαρχία υπό τη μορφή απομόνωσης από την κοινωνία», που όπως πίστευε ήταν απαραίτητη σε κάθε καλλιτέχνη ο οποίος επιδίωκε «να χρησιμοποιήσει το μυαλό του για δημιουργικούς σκοπούς».[38]

Θα μπορούσα να μιλώ για τον Γκλεν Γκουλντ ώρες. Κυρίως, απλά κάνοντας ένα πράγμα.

Σιωπώντας. Και με κλειστά μάτια ακούγοντας την ερμηνεία του, στην αγαπημένη μου ΄Αρια, την πιο φημισμένη από τις παραλλαγές του Γκόλντενμπεργκ, από ηχογράφηση στο στούντιο :

 

 

 

 

Advertisements

O Eric Dolphy με τα μάτια του Ιλάν.

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

 

 

Το 1961 έπαιζε με τον John Coltrane στον υπόγειο ναό της Μέκκας της Jazz, το Village Vanguard. Οι ατέλειωτοι »free» αυτοσχεδιασμοί τους, έκαναν τους συντηρητικούς κριτικούς να χαρακτηρίσουν τη μουσική τους… «αντι – Τζαζ».

Το 1964 ηχογράφησε για τη Blue Note το «Out to Lunch» και περιόδευε σε όλην την Ευρώπη με το σεξτέτο του Charles Mingus, πριν πεθάνει ξαφνικά από διαβητικό κώμα. Το παίξιμο του ήταν αφαιρετικό, εκστατικό, οργιώδες, όμως η ιδιοφυΐα του και η αξία του, άργησαν να γίνουν παγκόσμια γνωστά.

O Eric Dolphy που μαζί με το άλτο σαξόφωνο ανέδειξε το μπάσο κλαρινέτο, τόλμησε πρώτος να ηχογραφήσει ένα πνευστό χωρίς συνοδεία. Γεννήθηκε στις 20 Ιουνίου 1928 στο Los Angeles και έσβησε στις 29 Ιουνίου του 1964 στο Βερολίνο. Ήταν μόλις 36 ετών.

 

 

Ο Chick Corea με τα μάτια του Ιλάν.

CF4F5D9F-80D7-4AF2-AEF1-80781D146C06.jpeg

Πάθαινα την πλάκα μου ακούγοντας τον να παίζει με τον Miles το 1968 και μετά, σε δίσκους του που άφησαν εποχή όπως το «In a Silent Way» και το «Bitches Brew». Και τότε ήρθε ο ήχος των δικών του «Return To Forever» με τον Stanley Clarke και τ’άλλα καλά παιδιά, και τα ράφια μου γέμιζαν από την fusion των δίσκων του, όπου πάντα άκουγα τη λατινική του ψυχή, το πάθος του για τη ρυθμολογία της λάτιν τζαζ που έμαθε στο πλευρό του Cal Tjader ή του Mongo Santamaria.

Σήμερα, ο Anthony Armando Chick Corea που γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου του 1941 από πατέρα μουσικό και μεγάλωσε με Mozart και Bach αλλά και τη τζαζ του Charlie Parker και του Lester Young, γιορτάζει τα 77α γενέθλιά του.

85DBAB6E-4F1C-4B77-936B-604339F057E6.jpeg

Κι εγώ, δεν έχανα την ευκαιρία. Στο Northsea Jazz Festival της Χάγης του 1979 σε ένα μαγικό ντουέτο με τον Herbie Hancock, το 1983 στο κατάμεστο «Palais des Sports» της νύμφης του Θερμαϊκού με τον Gary Burton, το ’86 στον Ορφέα με την Gayle Moran και πάλι στο Λυκαβηττό με την «Electric Band» …

Ο Βασίλης Ρακόπουλος με τα μάτια του Ιλάν.

Προσεγγίζει με μια σύγχρονη ματιά τα μελωδικά και τα ρυθμικά ιδιώματα των Κυκλάδων και της ευρύτερης Μεσογείου και μας προτείνει σύγχρονες εκδοχές ανάπτυξής τους δίνοντας γόνιμο έδαφος σε φωτεινούς αυτοσχεδιασμούς. Ο επί σκηνής διάλογος με τους συνεργάτες του είναι ανοικτός σε επίπεδο αισθητικής συνύπαρξης και στοχεύει στη γνήσια μουσική επικοινωνία με το κοινό.

Ο Βασίλης Ρακόπουλος, ο συνθέτης της «Ρωξάνης» του 1993, του «Χορού των Πυρσών» (2001), του «ammon» του 2005 και συνεργάτης πολλών σπουδαίων μουσικών της διεθνούς World Jazz σκηνής, ο πάντα δραστήριος δάσκαλος και μουσικός, θα είναι κοντά μας με ιστορίες και μουσικές, το βράδυ της Τρίτης, Round Midnight, από τους 88 και έξι. Στην επικοινωνία μας θα συνεισφέρει με τις μνήμες του ο καλός κοινός μας φίλος και μουσικός κ. Γιάννης Ticof. (photo:Giorgos Frangiskos).

 

Φωτογραφία του Ilan Solomon.
Η ιδέα του Aegean Jazz Project γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 2010 στον απόηχο των συναυλιών της συνεργασίας, στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Ινστιτούτου Goethe, με έναν από τους πιο χαρισματικούς και εύστροφους δημιουργούς της εποχής μας, τον τρομπετίστα της τζαζ Markus Stockhausen, γιό του μεγάλου συνθέτη της μεταπολεμικής αβάν-γκαρντ Karlheinz Stockhausen, με τον κορυφαίο κιθαρίστα και συνθέτη Βασίλη Ρακόπουλο.
Πήρε σάρκα και οστά ηχογραφημένο ενώπιον κοινού το καλοκαίρι του 2017 από ένα κουιντέτο σπουδαίων μουσικών (Ntinos ManosMaximos DrakosBilly PodHarris LambrakisVasilis Rakopoulos), στο CD που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο σε παραγωγή του ΜΙΕΤ (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης – ΜΙΕΤ) και πωλείται σε όλα τα βιβλιοπωλεία.
Φωτογραφία του Ilan Solomon.

Mr. Blue Eyes by Ilan.

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

The Voice. Francis Albert Sinatra (December 12, 1915 – May 14, 1998)

 

Διεκδικούσε και πετύχαινε να είναι πάντα στο κέντρο της προσοχής. Λάτρευε τα ακριβά πράγματα, το ωραίο ντύσιμο. Η μοναδική φωνή του και τα ζεστά γαλάζια μάτια του Mr Blue Eyes έδειχναν ότι υπάρχει ακόμα μια εύθραυστη καρδιά μέσα του, όμως για τον Σινάτρα ίσχυε το: ή «με τον δικό μου τρόπο ή με κανέναν». My Way or No way. The Chairman of the Board.

Υπήρξε γενναιόδωρος με τους δικούς του, γνωστός για τα ακριβά του δώρα. Αψύς σαν χαρακτήρας δεν δίσταζε να συγκρουστεί ωμά όταν διαφωνούσε. Για κάποιον λόγο που ίσως έχει να κάνει και με την επιβλητική του εμφάνιση και το διαπεραστικό του βλέμμα, ο Σινάτρα συνοδευόταν πάντα από την φήμη του «κακού παιδιού».

Οι επαφές του με την μαφία, οι αντιρατσιστικές του απόψεις και η στενή του σχέση με τους αδελφούς Κένεντι τον έκαναν στόχο για τους συντηρητικούς κύκλους της αμερικάνικης πολιτικής.

Ο Φράνσις Άλμπερτ Σινάτρα γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1915 από Ιταλούς μετανάστες γονείς και πέθανε το 1998 στο Λος Άντζελες. Το ογκώδες μουσικό έργο του αποτελείται από περισσότερες από 1400 ηχογραφήσεις. Σαν ηθοποιός απέσπασε το Όσκαρ β’ ανδρικού ρόλου το 1953 για την ταινία «From Here to Eternity» ενώ ήταν υποψήφιος για το βραβείο πρώτου ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του στο δραματικό «Ο άνθρωπος με το χρυσό χέρι» (The Man with the Golden Arm, 1955).

 

O Lou Rawls με τα μάτια του Ιλάν.

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

Louis Allen Rawls (1 Δεκεμβρίου 1933 – 6 Ιανουαρίου 2006).

 

The classiest singing and silkiest chops in the singing game
___ Frank Sinatra

Γεννήθηκε σαν σήμερα στις φτωχογειτονιές του Southside του Chicago. Η πρώτη του συνάντησή με τη μουσική ήταν όταν, επτά χρονών, τραγουδούσε στη χορωδία της εκκλησίας των Βαπτιστών. Το Stormy Monday, ένα Jazz άλμπουμ μαζί με τον πιανίστα Les McCann για την Capitol το 1962, ήταν η πρώτη μεγάλη δισκογραφική του επιτυχία.

Ο Lou Rawls, ο τραγουδιστής των τραγουδιστών με την ανεπανάληπτη βαρύτονη φωνή και τη μεγάλη φιλάνθρωπη ψυχή, στη διάρκεια της μακριάς σταδιοδρομίας του που διάρκεσε περισσότερο από μισό αιώνα, ηχογράφησε περισσότερα από 60 άλμπουμ και κέρδισε τρία Grammy βραβεία.

 

 

 

 

Ο John Mayall, μαζί κι ο ΄Αγγελος, κι ο Παύλος, με τα μάτια του Ιλάν.

 

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

 

Κατεβαίνω τα σκαλιά του Pop Eleven της οδού Σκουφά, του δισκάδικου των αδελφών Τάσου (έφυγε νωρίς το 2000) και Γρηγόρη Φαληρέα. «Έφτασε!» μου γνέφει με νόημα απ’ το ταμείο ο διοπτροφόρος Άγγελος με τη μακριά γενειάδα και τα φουντωτά μαλλιά, δευτεροετής της Νομικής ήταν.

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

 

Συνεχίζω την περιήγηση ανάμεσα στα ράφια με τα βινύλια όταν βλέπω να μπαίνει φουριόζος ο Παύλος. Τον «μπανίζει» στον πάγκο του ταμείου. «Α! τον έφερες!» αναφωνεί ενθουσιασμένος. «Είναι του κυρίου» του κόβει τη φόρα ο Άγγελος. Βλέπετε ο «κύριος» παρά τη μόδα της εποχής με τα αμπέχωνα και τα στρατιωτικά σακίδια φορούσε το μπεζ σταυρωτό μπλέιζερ σακάκι, τρόπαιο παλιότερων ευρωπαϊκών περιπετειών.

 

 

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

John Mayall (b. 29 November 1933)

 

Με τον Άγγελο – των κόμιξ και της Επιστημονικής Φαντασίας – Μαστοράκη γίναμε και μείναμε φίλοι μέχρι τη στιγμή που μας άφησε χτυπημένος από τον καρκίνο στις 10 του Φλεβάρη του 2016. Με τον Παύλο, προσπάθησα, δεν τα κατάφερα. Εγκατέλειψε νωρίς τη μάχη της ζωής νικημένος από την Ηρωίνη.

Ο John Mayall σήμερα γιορτάζει τα 84α γενέθλιά του.

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο καταραμένος πρίγκιπας του ελληνικού ροκ, «ταξίδεψε» στις 6 Δεκεμβρίου του 1990. Ήταν μόνο 42.

 

Η Ομάρα Portuondo Pelàez με τα μάτια του Ιλάν.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Γεννήθηκε το 1930 και η ζωή της μοιάζει με την ιστορία της πατρίδας της, της Κούβας. Κόρη φτωχού μεικτού ζευγαριού, πρωτοάκουσε μουσική μόνο από τα χείλη των γονιών της. Στη σκηνή βρέθηκε ξαφνικά στα 15 της χρόνια, όταν το μπαλέτο του Tropicana χρειάστηκε μία επιπλέον χορεύτρια. «Ήμουν πολύ ντροπαλή. Δίσταζα να δείξω τα πόδια μου» αφηγείται.

Τα Σάββατα η μικρή Ομάρα, μαζί με την αδελφή της, τραγουδούσε για τους αμερικάνους πελάτες των κλαμπ της Αβάνας. Η καριέρα της όμως άρχισε ουσιαστικά το 1952 όταν συμμετείχε στο περίφημο για την εποχή φωνητικό κουαρτέτο των »Las D’ Aida». «Περιοδεύσαμε σε όλη την Αμερική. Μαζί με τον Nat King Cole είπαμε μερικές από τις μεγαλύτερες του επιτυχίες» θυμάται.

Την κρίσιμη στιγμή, αντί της φυγής, συνειδητή της επιλογή ήταν να μείνει στην επαναστατημένη Κούβα του Φιντέλ Κάστρο. Έγινε όμως γνωστή όταν ο κιθαρίστας και παραγωγός Ry Cooder την ανακάλυψε εκεί το 1995. Αμέσως την κάλεσε να τραγουδήσει το νοσταλγικό «Veinte Años» στο Buena Vista Social Club. Και μετά ήρθε η παγκόσμια αναγνώριση, όταν η φιγούρα της ξεχώρισε στο φιλμ του Wim Wenders.
….

Το κοινό τους αποθεώνει, ένα δάκρυ κυλάει από τα μάτια της. O Ibrahim Ferrer βγάζει το μαντίλι απ’ την τσέπη του και της το σκουπίζει. Ο Φιντέλ, στην πρώτη σειρά, συγκινημένος. Κι εγώ τη θυμήθηκα χτες που η Κούβα γονάτιζε μπροστά στο μνήμα του, ένα χρόνο ακριβώς μετά το θάνατο του ηγέτη της.

Omara Portuondo Peláez (born 29 October 1930).

 

Dizzy makes us dizzy. Στην Ελλάδα για πρώτη φορά – με τα μάτια του Ιλάν.

 

Ο Ιλάν, ανοιχτό βιβλίο γεμάτο μουσικές τζαζ ιστορίες από τις κοινότητες της πόλης, θυμάται τα πάντα με την παραμική λεπτομέρεια. Τον Dizzy που αγαπάμε ευλαβώς, ας πούμε….

Πάντα είναι απόλαυση για μένα να τον διαβάζω και να μοιράζομαι μαζί σας τις μοναδικές στιγμές που έζησε και περιγράφει :

«Την Άνοιξη του 1956, στα πλαίσια μιας μεγάλης περιοδείας που για καθαρά προπαγανδιστικούς λόγους ήταν διοργανωμένη από το State Department και περιελάμβανε την Τουρκία, το Πακιστάν, τον Λίβανο και την Ελλάδα, ο Dizzy με την μεγάλη ορχήστρα του φτάνει στην μετεμφυλιακή Αθήνα.

Προβλεπόταν να μείνει ολόκληρο το δεύτερο δεκαήμερο του Μάη για 14 εμφανίσεις (9 βραδυνές, 4 απογευματινές και μία δωρεάν για σπουδαστές) στο Rex. Όμως το κλίμα ήταν αρνητικά φορτισμένο και οι Αμερικανοί μουσικοί, μαύροι και λευκοί, ανεπιθύμητοι λόγω της στάσης των ΗΠΑ στο Κυπριακό.

Ο γνωστός jazz κριτικός Marshall Stearns που ταξίδευε μαζί με την μπάντα, στο άλμπουμ «Dizzy In Greece» που στην πραγματικότητα ηχογραφήθηκε αργότερα, περιγράφει την κατάσταση αλλά και τη μεταστροφή της αρνητικής διάθεσης του νεανικού κοινού με το που ξεκίνησε να παίζει η μπάντα.

17424604_1562251397152957_5348393924636658313_n

Η υπεύθυνη για τη διοργάνωση Καίτη Κασιμάτη – Μυριβήλη αφηγείται:

»Ένα από τα συγκροτήματα που ήρθαν στην Αθήνα από τη Νέα Υόρκη ήταν μια ορχήστρα τζαζ, η οποία αποτελούνταν από μαύρους μουσικούς υπό τη διεύθυνση του τρομπετίστα και μαέστρου της ορχήστρας Ντίζυ Γκιλέσπι.

Ενορχηστρωτής της ορχήστρας και πιανίστας ήταν ο νέος τότε και αργότερα διάσημος συνθέτης της τζαζ Κουίνσι Τζόουνς. Δόθηκαν τρεις συναυλίες στο θέατρο «Ρέξ», τις οποίες παρακολούθησε ο Μάνος (Χατζηδάκις) και γνωρίστηκε με τους μουσικούς. Επειδή οι προσκλήσεις γι αυτές τις συναυλίες βασίζονταν σε πρωτόκολλο, ο Γκιλέσπι δεν έμεινε ικανοποιημένος με το κοινό των συναυλιών και ζήτησε να προσφέρει μια συναυλία αποκλειστικά για φοιτητές με ελεύθερη είσοδο.

Εκείνο το βράδυ έγινε παντζουρλισμός. Ο φοιτητόκοσμος κατέκλυσε το θέατρο, οι νέοι κρέμονταν από τα θεωρεία, χειροκροτούσαν και φώναζαν το όνομα του Γκιλέσπι. Όταν τέλειωσε η συναυλία όρμησαν στη σκηνή, σήκωσαν τον Γκιλέσπι στα χέρια και τον κατέβασαν μέχρι την Ομόνοια».

Οι μουσικοί που συμμετείχαν ήταν οι: Dizzy Gillespie (leader), Jimmy Powell, Phil Woods (alto saxes) – Billy Mitchell, Ernie Wilkins (tenor saxes), Marty Flax (baritone) – Dizzy Gillespie (trumpet, vocal), Joe Gordon, Quincy Jones, E. V. Perry, Carl Warwick (trumpets), Rod Levitt, Melba Liston, Frank Rehak (trombones), Walter Davis, Jr. (piano), Nelson Boyd (bass) Αθήνα, 12 – 21 Μαϊου του 1956. Θέατρον «Rex»-Κοτοπούλη.

Εισιτήρια προς: 22, 33, 55 δραχμάς. Την Κυριακήν: Δωρεάν.

 

DIZZY και ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ.

«Την άλλη μέρα το απόγευμα είχαμε συνάντηση με τον Αχιλλέα Μαμάκη στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου, για συνεντεύξεις με τους Γκιλέσπι και Τζόουνς για την εκπομπή του »Το θέατρο στο μικρόφωνο». Μαζί είχε έρθει και ο Μάνος και όταν τελείωσαν οι συνεντεύξεις, ήταν πια αργά το βράδυ, ο Μάνος πρότεινε να τους πάμε κάπου να φάμε, και αποφάσισε να πάμε στου Τσιτσάνη, κάτω στις Τζιτζιφιές. Εξηγήσαμε στους φίλους ποιός ήταν ο Τσιτσάνης και ξεκινήσαμε.

Ο Τσιτσάνης μας δέχτηκε με χαρά και αρχοντιά, εφόσον ο Μάνος του σύστησε τους αμερικανούς μουσικούς και αναφέρθηκε στη μουσική τους. Οι ξένοι τόσο πολύ ενθουσιάστηκαν με τη μουσική και τα τραγούδια που άκουγαν από τον Τσιτσάνη και τον Παπαιωάννου, ώστε κάποια στιγμή ο Τσιτσάνης ζήτησε από τον Γκιλέσπι και τον Τζόουνς να παίξουν κάτι όλοι μαζί. Ανέβηκαν στο πάλκο και οι δύο.

Ο μεν Κουίνσι Τζόουνς κάθησε στο πιάνο, ο Γκιλέσπι έπαιζε την τρομπέτα του και ο Τσιτσάνης μπουζούκι, δημιουργώντας ένα απίστευτο jam session ανεπανάληπτο. Ακόμα λυπάμαι που δεν είχαμε μαζί μας ένα φορητό μαγνητόφωνο να ηχογραφήσουμε αυτή την τόσο ασυνήθιστη μουσική που έβγαινε από τους αυτοσχεδιασμούς. Καθήσαμε ως τα ξημερώματα.»

(πηγή: rockandrollcircus)

 

Ο Don Cherry (μπαμπάς της Νeneh) με τα μάτια του Ιλάν.

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

 

Σαν ένας αγνός mr. multiculti προτιμούσε να δίνει έμφαση στην έκφραση και τη μουσική επικοινωνία παρά στην ταχύτητα και την τεχνική »ανδρεία», διαμορφώνοντας έτσι έναν εντελώς ξεχωριστό προσωπικό ήχο. Πέρασε σημαντικές περιόδους της ζωής του ταξιδεύοντας και σπουδάζοντας στην Αφρική, τη Νότια Αμερική, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία, απορροφώντας τις μουσικές τους και εδραιώνοντας την πεποίθησή του ότι υπάρχει μια κοινή αίσθηση που διατρέχει όλους τους πολιτισμούς και ότι ο αυτοσχεδιασμός βρίσκεται στην καρδιά όλων.

Ξεκίνησε σαν μέλος του Free Jazz κουαρτέτου του Ornette Coleman στο Λος Άντζελες στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και συνέβαλε ενεργά στην αλλαγή του προσώπου της σύγχρονης τζαζ, αφού μετακόμισε στη Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του ’60 όπου συνεργάστηκε παίζοντας τη μικρή pocket trumpet του με τον Sonny Rollins, τον John Coltrane, τον Albert Ayler, τον Archie Shepp, τον Steve Lacy, τον Gato Barbieri.

Στο τέλος της γεμάτης μουσική και ναρκωτικά ζωής του, ήταν 19 Οκτωβρίου του 1995, τα πέντε παιδιά του, ανάμεσά τους και η Neneh Cherry, έπαιζαν μουσική και κατανοούσαν τη σημασία της στη ζωή. Ο Don Cherry γεννήθηκε σαν σήμερα 18 Νοεμβρίου του 1936 στην Οκλαχόμα.

Μέχρι νάρθει η βροχή…..