Φωτογραφία του Ilan Solomon.

 

Μεγάλωσε στο Αμβούργο ακούγοντας στο σπίτι τα ρεμπέτικα που έπαιζε ο πρόσφατα χαμένος Έλληνας πατέρας της. Στα δέκα της χρόνια άρχισε να μαθαίνει σαξόφωνο, και τότε έγινε η πρώτη της επαφή με τη Jazz, τον Miles Davis, τον Kenny Garrett, τον Avishai Cohen. Τα τελευταία πέντε χρόνια ηMelina Paxinos ζει μαζί με τα σαξόφωνα της στο Βερολίνο, όπου σπουδάζει σύνθεση, ενορχήστρωση και μουσική παραγωγή.

Αποτέλεσμα των σπουδών της και της αγάπης της για τα μαθηματικά και την μουσική το πρώτο της άλμπουμ που ηχογραφήθηκε πρόσφατα. Το “Circle of Oddness“, εμπνευσμένο από την σταθερά «π» (το 3,14 του Αρχιμήδη), είναι γεμάτο από Μελωδία. Οι συνθέσεις της Μελίνας περιέχουν τη φρεσκάδα της νεανικής της ηλικίας, έντονα ρυθμικά στοιχεία της σύγχρονης Jazz και πολλά νοσταλγικά ελληνικά μελωδικά στοιχεία.

 

 

Φωτογραφία του Ilan Solomon.
Την Κυριακή το βράδυ στο The Zoo, μαζί της, δίπλα στο άλτο και το σοπράνο σαξόφωνο της Μελίνας Paxinos βρέθηκαν τρεις εξαιρετικοί μουσικοί της αθηναϊκής Jazz σκηνής: στο πιάνο ο Yiannis Papadopoulos, ο Dimitris Klonis στα τύμπανα, ο George Kostopoulos στο ηλεκτρικό και το ακουστικό μπάσο και ο Alekos Vretos special guest στο ούτι. Μαζί τους κι εμείς καταγοητευμένοι!

Φωτογραφία του Ilan Solomon.
Advertisements

«Εκ Πνεύματος Αγίου».

Πύρωνε το κεφάλι. Μυρμήγκιαζε το κρανίο. Σκέψεις ανάκατες, εικόνες, αναμνήσεις, σε ατελείωτο επαναπρογραμματισμό. Σε τρικυμία όχι άναρχη, όχι χωρίς σκοπό. Εκατομμύρια καλώδια και νευροσυνδέσεις να κυματίζουν και να αλλάζουν χρώματα, κόκκινα, πράσινα, κίτρινα, γαλανά κυρίως. ΄Υστερα να γυρίζουν ξανά σε μαύρα…..

Να ανοίγει τα μάτια και μόνο ουρανό να βλέπει, τολύπες ξέφτια βαμβακιού, μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα…. Ο ήλιος να παιχνιδίζει ανάμεσα στα φυλλώματα και να τους αλλοιώνει το χρώμα, όλο το φάσμα του πράσινου, στα μάτια του. Τα μάτια του δεν ήταν βολβοί, ήταν δυο πηγές. Φωτός, νερού και αισθήματος.

Το αίσθημα, κόκκινο, παλλόμενο, αναπάντεχο, πρωτόγνωρο να σκάει σαν πυροτέχνημα μες στο κεφάλι του, να εξέρχεται μέσα απ΄τα μάτια, να τον φωτίζει ολόκορμο, να του αποκαλύπτει ολόθυμο το φως. Τις αλήθειες, από καιρό κατασταλαγμένες, ως τώρα ανείπωτες, στο πνεύμα του μέσα χωμένες, να περιμένουν την ώρα τους, αυτή. Αυτή την ώρα. Αγιασμένη. Μονιασμένη. Πανθομολογούμενη. Σαν αυτόν να διάλεξε η ειμαρμένη να διεισδύσει, να του αποκαλύψει τα μύρια όσα έψαχνε μέσα στις πληγές του να βρει.

Οι πληγές χαίνουσες μέχρι πριν πέντε λεπτά, να κλείνουν αυτοστιγμί, σαν περιέχουσες σιλικόνη, συνεκτικό υλικό της γέννησής του, πλακούντα συστάσεις από τη μήτρα που τον έθεσε στον κόσμο, χωρίς να του πει τι. Το σκοπό να τον έχει τώρα μέσα του, το βίωμα να έχει αποκτήσει νόημα, να κατασιγάζει η αγωνία.

Τα φτερά, λευκά να τον αγγίζουν στους ώμους. Το πουλί με γαλανό ράμφος, Ιωνάθαν και Νικόλαος, και Αυγή και Εσθήρ, τόσα ονόματα είχε και κανένα, γιατί τώρα ήταν εκεί όλες οι γνώσεις οι μουσικές τα μνήματα, οι πρόγονοι κι η σοφία τους, και τα Βιβλία.

Τα βιβλία όλα. Του ήρθε ο κόσμος και ήταν έτοιμος γι΄αυτόν. Μέσα του.

 

GATE TO PARADISE

 

O Bob Dylan με τα μάτια του Ιλάν.

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

Ο Robert Allen Zimmerman γεννήθηκε σαν σήμερα 24 Μαΐου 1941

 

Απόγνωση, λύπη, πίστη στο υπερφυσικό, συναισθήματα βαθύτερα. Τα βρήκε συμπυκνωμένα στη μουσική του Woody Guthrie. Ήταν ένα παιδί μιας τυπικής εβραϊκής οικογένειας από το Midwest, που άκουγε στο ραδιόφωνο Elvis και Little Richard και που εξέφρασε το πνεύμα της Αμερικής, όπως το οσμιζόταν ο ίδιος.

Ο παραγωγός του, ο σπουδαίος John Hammond, ορκίστηκε πως δεν θα ξαναδούλευε με έναν τόσο απείθαρχο μουσικό: «Έφτυνε τα πι, τσίριζε τα σίγμα και δεν έλεγε να μείνει κοντά στο μικρόφωνο. Το χειρότερο, δεν μάθαινε από τα λάθη του». Αρνιόταν να τραγουδήσει το ίδιο τραγούδι δύο φορές. «Δεν γίνεται να το κάνω αυτό. Είναι φρικτό», έλεγε.

Σε μια περιοδεία έπαιξε με ήχο ροκ, ηλεκτρικό, εξοργίζοντας τους πιστούς του παλιού ακουστικού φολκ ήχου του. Στο Newport, το κοινό χειροκρότησε μόνο τα ακουστικά κομμάτια και γιουχάισε τα ηλεκτρικά. Στο Μάντσεστερ κάποιος του φώναξε κατάμουτρα: «Ιούδα!». Το όνομα του όμως ταυτίστηκε με τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα και την ειρήνη. Αλλά αυτός δεν το άντεξε.

«Ο Ντίκενς, ο Ντοστογιέφσκι κι ο Γκάθρι έλεγαν τις ιστορίες τους πολύ καλύτερα από ότι θα τις έλεγα εγώ, οπότε είπα να κάνω τα δικά μου».

Ο Robert Allen Zimmerman γεννήθηκε σαν σήμερα 24 Μαΐου 1941.

Απόγνωση, λύπη, πίστη στο υπερφυσικό, συναισθήματα βαθύτερα. Τα βρήκε συμπυκνωμένα στη μουσική του Woody Guthrie. Ήταν ένα παιδί μιας τυπικής εβραϊκής οικογένειας από το Midwest, που άκουγε στο ραδιόφωνο Elvis και Little Richard και που εξέφρασε το πνεύμα της Αμερικής, όπως το οσμιζόταν ο ίδιος.

Πέρναγα συχνά από τη Στοά Φέξη γιατί το σχολείο μου, το Βαρβάκειο, ήταν τότε κοντά στην Πλατεία Κάνιγγος, στην Κωλέττη. Εκεί ήταν δύο-τρία καλά λαϊκά δισκάδικα κι εγώ χάζευα περνώντας τις βιτρίνες τους. Ήταν τότε που στο εξώφυλλο του «Paris Match» είχα δει τον Bob Dylan. Μια μέρα μπήκα διστακτικά και ρωτάω: «Bob Dylan έχετε;» «Δεν τον ξέρω, τι είν’ αυτό;», μου λέει ο δισκάς. Καιρό μετά, πέρναγα βιαστικά χωρίς να σταματήσω κι αυτός τρέχοντας βγήκε στο κατόπι μου: «φίλε, πως τον είπες τον τύπο;» «Μπομπ Ντύλαν». Ήρθε! Σινγκλάκι. «Like A Rolling Stone» από τη μία πλευρά και «Positively 4th Street» από την άλλη. Τρελάθηκα από τη χαρά μου.

Ο Robert Allen Zimmerman γεννήθηκε σαν σήμερα 24 Μαΐου 1941.

 

Αντίο Φίλιπ Ροθ

΄Ολα όσα θα θέλατε να ξέρετε για τον Φίλιπ Ροθ.

dimart

Ο Φίλιπ Ροθ πέθανε χθες στα 85 του από ανακοπή.

Ο Φίλιπ Ροθ γεννήθηκε το 1933 στο Νιούαρκ του Νιού Τζέρσεϊ. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στα Πανεπιστήμια του Bucknell και του Σικάγο. Διετέλεσε καθηγητής της συγκριτικής λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια του Πρίνστον, της Νέας Υόρκης (Hunter College) και της Πενσυλβανίας. Διηύθυνε τη σειρά «Συγγραφείς της άλλης Ευρώπης» στις εκδόσεις Penguin και γνώρισε στο αμερικανικό κοινό συγγραφείς όπως ο Bruno Schulz και ο Μίλαν Κούντερα. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν τα έργα του Το σύνδρομο ΠόρτνοϊΤο βυζίΑπάτηΠατρική κληρονομιάΤο θέατρο του Σάμπαθ, Αντίο Κολόμπους, Η ζωή μου ως άντρα, Αμερικανικό ειδύλλιο, Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή, Επιχείριση Σάυλωκ, Ζούκερμαν δεσμώτης, Αντιζωή, Κι ό,τι θέλει ας γίνει, Το ζώο που ξεψυχά, Το ανθρώπινο στίγμα, Ο καθηγητής του πόθου, Καθένας, Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής, Φεύγει το φάντασμα, Αγανάκτηση, H ταπείνωση, Νέμεσις. Ο Φίλιπ Ροθ έχει τιμηθεί με τα βραβεία National…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 11.847 επιπλέον λέξεις

«La beauté n’est plus ce qu’elle était.» *

30724110_10155094311672315_4699403608687378432_nΚοιμάται ελάχιστα. Οι σοκολάτες κάνουν τα υπόλοιπα. Ζει τη μισή της ζωή σε ένα έδρανο και την άλλη πάνω σ΄ένα ποδήλατο. Το καβαλάει μέρα-νύχτα με την κάμερα στο καλάθι μπροστά και αδειασμένη κάρτα μνήμης κάθε μέρα.

Τριγυρνάει στην πόλη κάνοντας την καθημερινή της ρουτίνα λειτούργημα, παρατηρεί τους πάντες και τα πάντα με μνήμη δελφινιού και βουτάει στις στιγμές τους. Τις φυλακίζει με το διάφραγμα και προχωρά στο επόμενο ερέθισμα. Μέρα χωρίς αποτύπωση είναι χαμένη μέρα. Φορές, με τις πυτζάμες κάτω από το impermeable, βγαίνει στο δρόμο, το χάραμα, ή το σούρουπο γιατί η εικόνα που βλέπει τη μαγνητίζει, την τραβάει κοντά της, πρέπει να την κάνει δικιά της, αλλιώς δε βρίσκει αναπαμό.

Τη νοιάζει ο κόσμος. Και τη νοιάζει να πει στον κόσμο για τον κόσμο. Να μιλήσει όταν αυτός δεν μπορεί για τα δίκια του. Στα καφέ πηγαίνει για γλυκά γλυκά, αλλά και για το σφυγμό των ανθρώπων. Τις έννοιες, τους φόβους, τα πράγματα που τους απασχολούν και δεν τους αφήνουν τις νύχτες να κοιμηθούν. Νιώθει τον έρωτά τους να τρυπώνει παντού και να τους παίζει παιχνίδια κι αυτοί να πέφτουν ευχαρίστως στις παγίδες του γιατί χωρίς αυτόν δεν μπορούν ν΄αντέξουν τ΄άλλα.

΄Εχει όνομα, αλλά δεν το πολυλέει. Θα μπορούσε να τη λένε όμως Ευτυχία, ή Ελευθερία, ή Ευφημία. Κάτι με πολλά έψιλον, υγρά σύμφωνα και πολύ ευ. Ουκ εν τω πολλώ, αλλά εδώ ισχύει το ανάποδο.

Ταξιδεύει ακόμα και μέσα στο σπίτι της, στα βιβλία της, στις μουσικές του κόσμου. Αντιλαμβάνεται στο δέρμα της την παγκοσμιότητα που την κάνει αδερφοποιτή με όλους τους συντοπίτες της, χρώμα ή εθνικότητα τελείως αδιάφορο. Η ματιά την ενδιαφέρει που έχει δική της γλωσσολογία και δε μετριέται με παραδεκτούς δείκτες. ΄Εχει τη βεβαιότητα της καθαρής αντίληψης μονάχα.

Της αρέσει το ηλιοβασίλεμα. Και το νερό. Με ένστικτο δελφινιού θέλει να βρίσκεται όσο το δυνατόν κοντά του και να το συναντάει. Δεν κάνει για πολύ χώρια του. Το ποτάμι την τραβάει, την καλεί, ειδικά όταν φουσκώνει • και τα μάτια της βουρκώνουν συχνά γιατί τα βλέφαρα της πονάνε συχνά, όταν έχουν καιρό ανοίγοντας να αγναντέψουν τη θάλασσα.

Μερικές φορές μένει χωρίς λέξεις. Δεν τις ψάχνει πια, όταν είναι ενεή. Προτιμάει να μείνει σιωπηλή και να βάλει όλο το συναίσθημα σ΄ένα της βλέμμα, σ΄ένα χάδι, σ΄ένα κλικ.

΄Οταν μεγαλώσει, πολύ όμως, θα φτιάξει ένα λεύκωμα με τις καλύτερες φωτογραφίες της να δείχνει στα εγγόνια. Μέχρι τότε μιλάει ακατάπαυστα για ό,τι γεμίζει πάθος τη ζωή. Και το κυνηγάει με μανία και όρεξη μικρού παιδιού. Ρίχνει πίσω τα μαλλιά, χαμογελάει στον ήλιο και είναι έτοιμη για όλα.

Θαρραλέα σαν αυτήν που «αξιώθηκε μια τέτοια τύχη». Και ρίχνεται να τη φτιάξει μόνη της.

Aπόψε, την ώρα που θα ξεκινάει τη νυχτερινή της περιπλάνηση με το ποδήλατο, θα της πω όσα είχα φυλαγμένα.

* Charles Baudelaire.

 

 

 

 

Ο Sidney Bechet με τα μάτια του Ιλάν.

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

 

Mικρός χάζευε τα χάλκινα πνευστά στις παρελάσεις να περνούν, παίζοντας εμβατήρια και Blues. Ο πατέρας του, παπουτσής στο επάγγελμα, γιος ενός σκλάβου που χόρευε στη Congo Square, τον ενθάρρυνε να ασχοληθεί με τη μουσική. Στα 13 χρόνια του ήταν ένας επαγγελματίας μουσικός, ένας άρτιος τζαζ αυτοσχεδιαστής με πάθος για τη μουσική και τη ζωή.

Σχολείο του ήταν οι δρόμοι και τα καμπαρέ της πρωτεύουσας του νότου. Ο κρεολός Sidney Bechet, ο βασιλιάς του σοπράνο σαξόφωνου με το αμίμητο βιμπράτο, γεννήθηκε σαν σήμερα 14 Μαΐου του 1897 και έφυγε ανήμερα των γενεθλίων του, 14 Μαΐου του 1959, στο Παρίσι. Μαζί με τον King Oliver και τον Louis Armstrong, ανήκει πια στο πάνθεον των μεγάλων τζαζ μουσικών της Νέας Ορλεάνης, του κόσμου όλου.

 

Φωτογραφία του Ilan Solomon.
Φωτογραφία του Ilan Solomon.

 

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

 

 

 

Ilan.

Ο Θείος Ντάνιελ και μια αληθινή ιστορία.

Υπάρχουν κάτι σχεδόν μεταφυσικές καταστάσεις όσο κι αν συνδέονται με τεχνολογία.

Πριν αρκετά χρόνια, ίσως να είναι και δέκα, διάβαζα για πολλοστή φορά το βιβλίο του Dan Brown, τον κώδικα Ντα Βίντσι. Είχα φυσικά φύγει απ΄το στάδιο το καλοκαιρινό, όπου πεταγόμουν και έπιανα τη μεζούρα για να επιβεβαιώσω το Φ. Αλλά ήμουν ακόμη σ΄αυτή τη γλύκα που ήμαστε όλοι συμμέτοχοι ή συνένοχοι. ΄Η και τα δυο.

To make a long story short, ένα παιχνίδι διαδραστικό έπαιζα που είχε να κάνει με γρίφους παρόμοιους με το βιβλίο, με τον πάπυρο κλπ. Τα στοιχεία για τον γρίφο έρχονταν με μέιλ και οι απαντήσεις πήγαιναν με τον ίδιο τρόπο. Στη λύση του ενός ερχόταν ο επόμενος. Ούτε φμπ τότε ούτε τίποτε.

Στην τελευταία φάση σου ζητούσε το τηλέφωνό σου. Ασύλληπτα πράγματα. Απ΄την Αμερική. Και τότε χτυπούσε και δεν ήταν από εισπρακτική. Ούτε από απόκρυψη. Με έκπληξη σήκωνες το ακουστικό και ερχόταν απ΄την άλλη άκρη του Ατλαντικού και της γραμμής η φωνή του ίδιου του Νταν Μπράουν, φυσικά ηχογραφημένη, που σε συνέχαιρε για την εξυπνάδα σου αφού είχες φτάσει στη λύση του γρίφου και σε ευχαριστούσε για τη συμμετοχή ! Κουφό; Εντελώς.

Χτες όμως συνέβη και το άλλο ασύλληπτο. Στην αρχή νόμιζα ότι κάνει τρέλες το φμπ. Μου ήρθε ειδοποίηση ότι μου στέλνει μήνυμα ο Daniel Barenboim. Και είπα, οκ, κάνει ζέστη, έχεις κουραστεί, σου έχουν τύχει πολλά, κάνουν πουλάκια τα μάτια σου.

Σήμερα όμως στο messenger υπήρχε μήνυμα από τον ίδιο (!) τον θείο Daniel. Που με ευχαριστούσε για την αγάπη και την υποστήριξη. Εν αρχή πίστεψα ότι είναι fake, ιός, ή κάποιος μου κάνει πλάκα. Τελικά, όντως, στον θείο είχε φτάσει η αγάπη μου.

Στην αγάπη δεν χρειάζεται ευχαριστώ, η ζωή μου ομόρφυνε από τότε που ήρθες. Κι η αγάπη μου είναι όλη δική σου. Κι η συμπαράσταση πάει μαζί.

(΄Οντως, δεν είναι πλάκα, λίγο μετά μου ήρθε αυτό):

 

 

O Erik Sattie με τα μάτια του Ιλάν.

 

«Ήρθα στον κόσμο πολύ νέος, σε μια πολύ γερασμένη εποχή».

 

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

Eric Satie
(17 Μαΐου 1866 – 1 Ιουνίου 1925)

 

Η πρώτη μας επαφή: 1969. Οι Blood Sweat & Tears εμπνέονται από το έργο του και τον διασκευάζουν. Ο Eric Satie (17 Μαΐου 1866 – 1925) δεν έγραψε μεγάλα συμφωνικά έργα και όπερες. Χαρακτηριστικό της μουσικής του και των γραπτών του, η δροσιά και η συντομία.

Στα νεανικά του κομμάτια για πιάνο, τις τρεις Sarabandes του 1877 και τις Τρεις Γυμνοπαιδιές του 1888, ο δεδηλωμένος ντανταϊστής νεαρός συνθέτης, όπως το εκφράζουν και οι τίτλοι έργων του, τα «Τρία κομμάτια σε σχήμα αχλαδιού» ή τα «Αποξηραμένα έμβρυα» του, χρησιμοποιεί τις νεωτεριστικές για την εποχή του συγχορδίες της Jazz, της νέας αυτής μουσικής που είχε αρχίσει να φτάνει στην Ευρώπη από την Αμερική, πολύ πριν από τον Ραβέλ ή τον Στραβίνσκι.

 

 

Ilan.

Σιωπηλός αναπτήρας.

 

anaptiras

 

Το κινητό του τόσπασε στον τοίχο. Δηλαδή το πέταξε στον απέναντι τοίχο με τη σιγουριά ότι θα σπάσει. Κι εκείνο τη δικαίωσε. Δευτερόλεπτα πριν, στο θάλαμο, είχε αρχίσει να χτυπάει. Αλλά δεν χρειαζόταν να το σηκώσει πια. Ξέσπασε πάνω του και καθώς το άκουσε να κουδουνίζει αμέριμνο, αντί να το κλείσει, πήρε φόρα φέρνοντας το χέρι της πίσω και μετά μπροστά, με όση δύναμη της είχε απομείνει, μια βδομάδα άυπνη.

 

Τώρα κοιτάει ξανά τα πράγματά του, τις φωτογραφίες του, τα παπιόν, ένα-ένα στο χάρτινο κουτί. Τα γιλέκα του περασμένα όλα σε μια κρεμάστρα με κάμφορες στις τσέπες για τον φόβο των σκόρων. Τις πίπες του στο ειδικό σταντ πάνω στο μπουφέ και μέσα στο συρτάρι κάτω απ΄τις λινές πετσέτες τακτοποιημένο το κουτί με το ρολόι του, τον ειδικό καθαριστικό σουγιά για την πίπα, με την απόληξη την πλακουτσή που βοηθούσε τον καπνό να εισχωρήσει στο σώμα της και να χτυπηθεί.  Να χτυπηθεί στο σώμα της όσο δε χτυπήθηκε η ίδια στο δικό της. Γιατί χρόνος να στεναχωρηθεί δεν της έμενε.

 

Είχε προλάβει να του πει αρκετά. Μα είχε τόσα ακόμα ανείπωτα… Εκείνος ήξερε μονάχα ένα παραμύθι, αλλά είχε το κεφάλι του γεμάτο συναρπαστικές ιστορίες. Σαν περασμένες σε κομπολόι που το μπεγλέριζε, διαλέγοντας την κατάλληλη για την περίσταση  ν΄αρχίζει να της διηγείται. ΄Ηξερε πως την αγαπούσε με μιαν αγάπη μυστική, ανομολόγητη, από φόβο μη δείξει την αδυναμία που της είχε και κοινωνική συστολή. ΄Ηξερε πως δε θα ήταν πάντα εδώ, πως δεν μπορούσε να είναι για πάντα κι αναρωτιόταν μέσα του τι θ΄απογίνει, όταν αυτός λείψει, αλλά δεν της το είπε ποτέ, το έμαθε απ΄τους κολλητούς του πολύ αργότερα.

 

Κι εκείνη δεν του το συγχώρεσε που έφυγε. Και το παράπονο της έγινε χείμαρρος και την έπνιξε, η αυτοκυριαρχία χάθηκε, μάλλον, όταν αντίκρυσε τον αναπτήρα του, με μοχλό ανύψωσης, μικρό, σχεδόν τετράγωνο, άνοιγε από κάτω κατά μήκος και στη βαμβακένια θαλάμη του εμποτιζόταν με ζιππέλαιο. Η επιφάνεια του σαγρέ, με μπακλαβαδωτό ανάγλυφο χάραγμα και στην άκρη το σήμα της αεροπορικής εταιρείας που του τον δώρισε… Εντελώς vintage, που θα ΄λεγε κι ο φίλος της ο Αλέκος που είχε πάθος με τα παλιά αντικείμενα.

 

Μ΄αυτό δεν ήταν παλιό, έτσι δεν είναι ; ΄Οχι, δεν ήταν, αγαπημένε μου, τόσος καιρός έχει περάσει και δεν πάλιωσε. Είναι απαράλλαχτο, σαν τότε που ήσουν εδώ κι άναβες την πίπα σου στην πολυθρόνα και σε κοιτούσα. Πόσο όμορφος, πόσο σίγουρος, πόσο αντισυμβατικός… ΄Ενιωθα πως τίποτε δεν μπορούσε να μου στερήσει την παρουσία σου, ένιωθα πως είσαι άφθαρτος και αιώνιος κι υπέροχος κι η ζωή μου ήταν συναρπαστική γιατί ήσουν εδώ και την έκανες εσύ…

 

Τόσα χρόνια έχουν περάσει κι ακόμα θυμώνω με τη σιωπή σου. Είπαμε, να μη σε βλέπω, να μη σ΄αγγίζω, να μη χαίρομαι τα καλαμπούρια σου, την αγκαλιά σου, τις βόλτες μας στην εξοχή… Να πρέπει να προσπαθώ να εξηγώ και να παλεύω, για να είμαι ο εαυτός μου σ΄έναν κόσμο όπου κανένας δεν μ΄αγάπησε όπως εσύ… Γι΄αυτό που είμαι…. Και όμως έφυγες. Και με καταδίκασες ερήμην μου σε αιώνια σιωπή. Γιατί;

 

Δεν έβλεπε πια μπροστά της από τα τόσα δάκρυα που κυλούσαν ελεύθερα και έβρεχαν το άσπρο της μπλουζάκι. Δεν έβγαλε χαρτομάντηλο, τα άφηνε να κυλούν κι έπαιζε, φέρνοντας βόλτα ξανά και ξανά, τον αναπτήρα στο ένα της χέρι. Και ξανά μονολογούσε, μιλούσε τώρα, ψιθυριστά, κι ας ήταν μόνη :

 

«΄Εφυγες και δε με ρώτησες. Μ΄άφησες εδώ να παλεύω με τους δαίμονές μου, τόσα χρόνια, σχεδόν είκοσι κι εσύ….  Κουράστηκες, παραιτήθηκες απ΄την αγάπη σου για μένα κι έφυγες χωρίς να υπολογίσεις πόσο πονάει η απώλεια. Και δεν έφτασε αυτό !»

 

Είχε ανοίξει το αποκάτω συρτάρι τώρα κι άρχισε να πετάει έξω άναρχα με απότομες κινήσεις τα μαντήλια του με το κεντημένο μονόγραμμα, τα φουλάρια του και τα μάλλινα κασκόλ του. Χωρίς να το πάρει χαμπάρι, ο τόνος της είχε δυναμώσει, φώναζε τώρα στο άδειο δωμάτιο, στέλνοντας τον αντίλαλό της στον απέναντι άσπρο τοίχο με τον περίτεχνο καθρέφτη.

 

«΄Αφησες να σε κλείσουν φυλακή, εσύ η πιο ελεύθερη ύπαρξη, σ΄έχωσαν σ΄ένα μνήμα κάτω απ΄τα πεύκα …..κι όχι μόνο αυτό!….. Με πήρες όμηρο στη σιωπή σου…..»

» ΄Ολα τ΄αντέχω, να ξέρεις, μπαμπά…», είπε ξαφνικά πιο ήρεμα τώρα, αλλά τρέμοντας από ταραχή.

¨΄Ολα σου τα συγχωρώ. Μόνο ένα σου κρατάω… Μου στέρησες τη χαρά να ξανακούσω τη φωνή σου, ρε γαμώτο… Μα σου είναι τόσο δύσκολο….. Τι σου ζήτησα; Τι σου ζητάω τόσα χρόνια, μπαμπά, όταν σου μιλάω μες στη νύχτα;» ούρλιαξε ξαφνικά και άρπαξε αγριεμένη απ΄το συρτάρι τον αναπτήρα.

«Τι στην ευχή, τόσο δύσκολο είναι ; Σε λένε κι ΄Αγγελο!΄Ενα πράγμα σου ζήτησα….», είπε και έσκυψε για να πάρει πάλι φόρα, γυρίζοντας το κεφάλι και σημαδεύοντας τον καθρέφτη με το πολύτιμο της ενθύμιο.

Να με πάρεις ένα τηλέφωνο ! σκέφτηκε. Αλλά δεν τόπε. Κι ο αναπτήρας διέγραψε μια τρελλή τροχιά.  Και βρήκε τον καθρέφτη στο κέντρο, σπάζοντάς τον σε χίλια κομμάτια.

 

 

Η Μαρίζα Κωχ όπως την ξέρει πολύ καλά ο Ιλάν.

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

 

 

 

Στην Χάγη κυκλοφορούσαν φήμες ότι ένας ελεύθερος σκοπευτής θα τη στόχευε την ώρα της εμφάνισης. Οι διοργανωτές προσπάθησαν να την αποτρέψουν. Η Μαρίζα δεν φοβήθηκε. Με τα λόγια του Μάνου στο νου της και την μοναδική ευκαιρία να μάθει ολόκληρη η Ευρώπη για τα γεγονότα της Κύπρου, βγήκε στη σκηνή της Eurovision βλοσυρή.Tο 1976 η Ελλάδα με το μοιρολόι της μαυροφορεμένης Μαρίζας που μιλούσε για την τουρκική στρατιωτική εισβολή και την κατοχή στην Κύπρο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Η Mariza Koch και ο τότε διευθυντής του Τρίτου Μάνος Χατζιδάκις – που την έπεισε να συμμετάσχει – είχαν κάνει μια πολύ σοβαρή πολιτική πράξη. Την ώρα της μετάδοσης της ελληνικής συμμετοχής η τουρκική τηλεόραση έπαιζε χορό της κοιλιάς. #Eurovision_Song_Contest

 

Στον τόπο αυτό όταν θα πάτε, όι όι μάνα μ’
σκηνές αν δείτε, αν δείτε στη σειρά,

δε θα’ ναι κάμπινγκ για τουρίστες, όι όι, μάνα μ’…

Θα’ ναι μονάχα, μονάχα προσφυγιά.

Παναγιά μου, παρηγόρα την καρδιά μου…

Οι στίχοι του τραγουδιού είναι του στιχουργού Μιχάλη Φωτιάδη που πρόσφατα έφυγε από τη ζωή και η Μουσική της Μαρίζας. Το έγραψαν κατόπιν παραγγελίας του Μάνου Χατζηδάκι που ήταν τότε διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας.

 

Της τηλεφώνησε ο Μάνος Χατζιδάκις, τότε διευθυντής του Τρίτου: «ετοιμάσου, φεύγεις για τη Eurovision. «Θέλω να γράψεις ένα τραγούδι για την τραγωδία της Κύπρου μέχρι αύριο το βράδυ. Θα πας και θα το τραγουδήσεις με τη συνοδεία μόνο ενός λαούτου».
Η Μαρίζα ανταποκρίθηκε αμέσως. «Λάβαμε μέρος, διότι έπρεπε να δηλώσουμε παρουσία. Διαλέξαμε ένα τραγούδι που μας ταιριάζει και δε μας έκανε εκ των υστέρων να ντραπούμε. Αν πετυχαίναμε, ίσως να ντρεπόμουν, μια κι εγώ προσωπικά σαν υπεύθυνος, πρώτη φορά συνειδητοποίησα το επίπεδο του θορυβώδους αυτού διαγωνισμού…» θα δήλωνε την επομένη ο Μάνος.
Φωτογραφία του Ilan Solomon.