O Γιώργος-΄Ικαρος Μπαμπασάκης ψηλαφεί τις συνάψεις Γιάννη Κουνέλη και Νίκου Καρούζου.

Φωτογραφία του Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης.

 

Ο Γιάννης Κουνέλλης: σημαντικότατος δημιουργός. Η διαλεκτική του μοιάζει ανοξείδωτη, το βάρος των πραγμάτων είναι γι’ αυτόν ιερό, και η δουλειά του στοχεύει διαρκώς και διηνεκώς στην ανάσταση του καθημερινού ενός της επικράτειας της Τέχνης, το πέρασμα από το φθαρτό στο άφθαρτο, ο καθαγιασμός (πάντα μέσα από την καλλιτεχνική ματιά, χειρονομία, και παρέμβαση) του φαινομενικά ασήμαντου, αμελητέου, και ανάξιου λόγου.

Ο Γιάννης Κουνέλλης, γεννημένος το 1934 στον Πειραιά, έφυγε από τη χώρα μας και εγκαταστάθηκε στην Ιταλία. Τον φέρνω συχνά στο μυαλό μου μαζί, και υπάρχουν οι συνάψεις, δεν είναι φαντασία μου, ναι, μαζί με τα ποιήματα του Νίκου Καρούζου. Ο Κουνέλλης γράφει. Ο Καρούζος ζωγράφιζε. Και οι δύο ξέρουν από την επιφάνεια να οδηγούνται στο βάθος, ξέρουν με εικόνες και με λέξεις να κάνουνε χρυσάφι τη σκουριά. Ξέρουν, όπως έλεγε ο Καρούζος, να γυμνάζουν τη σκέψη σε απογύμνωση.

Γιάννης Κουνέλλης: Ξαναζούμε επιτέλους τη στιγμή όπου ο αιρετικός δεν συμμορφούται.

Νίκος Καρούζος: Εάν ο άνθρωπος κρίνεται από όλες του τις πράξεις, ιδιαίτερα, θα λέγαμε, ο πολιτικός, ο καλλιτέχνης κρίνεται μόνο απ’ τις ευλογημένες του πραγματώσεις.

Γιάννης Κουνέλλης: Ανάμεσα στη μία λογική και στην άλλη υπάρχουν λόφοι, ωκεανοί, άβυσσοι.

Νίκος Καρούζος: Η Λογική λατρεύει τα μακαρόνια.

Γιάννης Κουνέλλης: Ο θάνατος, στιγμή ισορροπίας ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, δίνει το μέτρο.

Νίκος Καρούζος: Μήπως είναι κι ο θάνατος δικτατορία; Ή δημοκρατία; Θ’ αφήσω σ’ εκκρεμότητα το ερώτημα.

Γιάννης Κουνέλλης: Δεν σκότωσα ποτέ, αλλά είμαι έτοιμος να το κάνω αν μου ποδοπατήσουν το δικαίωμα στην ελευθερία.

Νίκος Καρούζος: Ζούμε θα πει αλητεύουμε στους αμέτρητους ίμερους/ αλητεύουμε στα σώματα των απέραντων γυναικών/ αλητεύουμε στη μιλιά μας/ αλητεύουμε στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα.

Γιάννης Κουνέλλης: Θέλω την επιστροφή της ποίησης με όλα τα μέσα: με την άσκηση, την παρατήρηση, τη μοναξιά, την εικόνα, την εξέγερση.

 

(Γιώργος-΄Ικαρος Μπαμπασάκης, σε προσωπική του ανάρτηση στο φμπ).

 

Advertisements

Ελευθερία , Paul Eluard.

Επέτειος του θανάτου του, σαν σήμερα το 1952.

Στα μαθητικά τετράδια

Στα θρανία και στα δέντρα

Στην άμμο και στο χιόνι

Γράφω τ΄όνομά σου

 

Σε κάθε σελίδα που διάβασα

Σε κάθε σελίδα λευκή

Σε πέτρα, αίμα, χαρτί ή στάχτη

Γράφω τ΄όνομά σου

 

Στις χρυσωμένες εικόνες μου

Στ΄άρματα των πολεμιστών

Στων βασιλιάδων τα στέμματα

Γράφω τ΄όνομά σου

 

Στη ζούγκλα και στην έρημο

Στις φωλιές και στα σπάρτα

Στην ηχώ της παιδικής ηλικίας

Γράφω τ΄όνομά σου

 

………..

Στις πεδιάδες και στον ορίζοντα

Στα φτερά του πουλιού

Και στο μύλο των ίσκιων

Γράφω τ΄όνομά σου

 

Στης αυγής την κάθε ανάσα

Στις βάρκες και στα κύματα

Στο βουνό που τρελλάθηκε

Γράφω τ΄όνομά σου

…………

Στα μονοπάτια που ξύπνησα

Στους δρόμους που ξεδίπλωσαν

Στις πλατείες που πλημμυρίζουν

Γράφω τ΄όνομά σου

………..

Στον τρυφερό λαίμαργο σκύλο μου

Στα τσιτωμένα τ΄αυτιά του

Στο άκακο ποδάρι του

Γράφω τ΄όνομά σου

 

Στο κατώφλι του χωρισμού

Στα οικογενειακά αντικείμενα

Στης φωτιάς τ΄άγιο κύμα

Γράφω τ΄όνομά σου

 

Σε κάθε γκρεμισμένο φάρο μου

Σε κάθε καταφύγιο συντριμμένο

Στα τείχη της πλήξης μου

Γράφω τ΄όνομά σου

……..

Στον κίνδυνο που πέρασε

Στο σφρίγος που ξανάρθε

Στη λησμονιάρα ελπίδα

Γράφω τ΄όνομά σου

 

Με μιας λέξης τη δύναμη

Τη ζωή μου ξαναρχίζω

Για να σε γνωρίσω γεννήθηκα

Για να σε φωνάξω

Ελευθερία.

 

Εφημερίδα των Ποιητών 1958 – Ιούλιος

 

(Ρίτα Μπούμη-Παπά)

 

Πρωινό γεύμα

IMG_3155.JPG

Έβαλε τον καφέ
Μέσα στο φλιτζάνι
Έβαλε το γάλα
Μέσα στο φλιτζάνι του καφέ
Έβαλε τη ζάχαρη
Μέσα στον καφέ με το γάλα
Με το μικρό κουτάλι
Ανακάτεψε
Ήπιε τον καφέ με το γάλα
Κι ακούμπησε το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε
Ένα τσιγάρο
Έκανε δαχτυλίδια
Με τον καπνό
Έβαλε τις στάχτες
Μέσα στο τασάκι
Χωρίς να μου μιλήσει
Χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε
Φόρεσε
Στο κεφάλι το καπέλο του
Έβαλε
Το αδιάβροχό του
Γιατί έβρεχε
Κι έφυγε
Κάτω από τη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει
Κι εγώ πήρα
Το κεφάλι μου στα χέρια
Κι έκλαψα .

Ζακ Πρεβέρ