Να γραφτεί ένα βιβλίο.

image.jpgΝα γραφτεί ένα βιβίο που να μην αγωνιά να εκδοθεί.

Να γραφτεί ένα βιβλίο που να μην πονάει όταν το διαβάζεις.

Να σου μιλάει για τα μυστικά που έκρυβες και δεν ήξερες πώς να τα πεις.

Να έχει μέσα τις γιατρειές για τς πληγές, τις απαντήσεις γι ΄αυτά που σου κλέβουν τον ύπνο.

Να ξεκλειδώνει τις πόρτες που κανείς ν΄ανοίξει δεν μπορεί.

Να έχει μέσα όλα τα διαβάσματά σου κι όλα τα βιβλία που σε πάνε σ΄αυτά.

Να έχει στις λέξεις του όσα δεν μπόρεσες ποτέ στη ζωή σου να πεις, όλα όσα ήθελες ν΄ακούσεις και δε στα ΄πε κανείς.

Να έχει στα δεσίματά του τους δασκάλους σου, ο Σάμπατο να σεργιανάει μπερδεμένος με τον Μπένγιαμιν, να δίνουν ραντεβού σ΄ένα καφέ στο Βερολίνο.

Να γραφτεί ένα βιβλίο που να είναι το Βερολίνο στην κάμαρη, αυτό που γνώρισες τα βράδυα με δάκρυα και περιμένεις ν΄αντικρύσεις με χαρά.

Να γραφτεί ένα βιβλίο που να ακούγεται η μουσική του David και η φωνή του Iggy, να σε παίρνουν συνεπιβάτη σε τελειωμένες εξαρτήσεις και σε νέες προκλήσεις στη ζωή.

Να έχει εξώφυλλο ένα θαλασσί μαγιώ απ΄τα πρώτα σου μπάνια, αυτί τα σημαδεμένα σου γόνατα, επίμετρο τη δίψα σου για τη ζωή, τη λαχτάρα για τ΄όνειρο, το πάθος για το καινούργιο, τ΄άπιαστο, το απ΄αλλού φερμένο.

Να είναι η εκκλησία σου που θα μπεις μέσα, θ΄ανάψεεις το κερί και θα παρακαλέσεις δυνατά, τις προηγούμενες και αυτή τη ζωή σου να σου δώσει μια ακόμα ευκαιρία.

Να γραφτεί ένα βιβλίο που να είναι η απόφασή σου, η ανατροπή σου απ΄όσα ήξερες και νόμιζες ότι σε ασφαλίζαν μέχρι τώρα.

 

Να γραφτεί ένα βιβλίο που να είναι η δικαίωσή σου. Και να το διαβάσουν επιτέλους τα μάτια που μπορούν να το νώσουν.

Να γραφτεί ένα βιβλίο που θα έχει το δικό σου, ευτυχισμένο τέλος.

Advertisements

«Το μαγεμένο παιχνίδι» του Γιώργου Γλυκοφρύδη – Διήγημα

 

 

 

Διαβάσαμε σήμερα, το καινούργιο διήγημα του Γιώργου Γλυκοφρύδη, που δημοσιεύθηκε στο fractal.

 


 

 

Λοιπόν, πρώτα θα σας περιγράψω το πώς ξεκίνησε η ιστορία, και μετά θα σας πω τι συνέβη. Αλλιώς άκρη δεν θα βγάλουμε.

Σαν σήμερα ήταν, όπως σήμερα, που βρέχει πολύ και φυσά δαιμονισμένα.

Και που το πρωί είχε βαριά ομίχλη κι η θερμοκρασία δεν ανέβαινε πάνω από τους 5 βαθμούς Κελσίου. Κι έτσι τον είδα να έρχεται. Μια ίδια νύχτα. Αν και καιρό πριν, Χριστούγεννα δηλαδή, αλλά ίδια νύχτα. Όπως τον είδα να έρχεται. Ανάμεσα στις 03 με 04 ξημέρωμα. Πότε μπήκε, από πού μπήκε, πότε άνοιξε την πόρτα, πότε την έκλεισε, δεν κατάλαβα. Αλλά τον είδα. Λες και άναψε μπρος από το παράθυρο ήταν. Αλλά όχι απ’ έξω, από μέσα, μέσα στο σαλόνι ήταν, αλλά πώς, δεν ξέρω. Ένας Θεός ξέρει, ίσως. […]

 

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ :

 


 

 

Ο Γιώργος Γλυκοφρύδης ζει και εργάζεται στη Γαλλία.  Πρόσφατα κυκλοφόρησε το τέταρτο κατά σειρά μυθιστόρημά του,   «Το Τρίτο Αστέρι».

 

 

''TO TRITO ASTERI'' EXWFYLLO (2)_edited.jpg

 

 

 

 

 

Σιωπηλός αναπτήρας.

 

anaptiras

 

Το κινητό του τόσπασε στον τοίχο. Δηλαδή το πέταξε στον απέναντι τοίχο με τη σιγουριά ότι θα σπάσει. Κι εκείνο τη δικαίωσε. Δευτερόλεπτα πριν, στο θάλαμο, είχε αρχίσει να χτυπάει. Αλλά δεν χρειαζόταν να το σηκώσει πια. Ξέσπασε πάνω του και καθώς το άκουσε να κουδουνίζει αμέριμνο, αντί να το κλείσει, πήρε φόρα φέρνοντας το χέρι της πίσω και μετά μπροστά, με όση δύναμη της είχε απομείνει, μια βδομάδα άυπνη.

 

Τώρα κοιτάει ξανά τα πράγματά του, τις φωτογραφίες του, τα παπιόν, ένα-ένα στο χάρτινο κουτί. Τα γιλέκα του περασμένα όλα σε μια κρεμάστρα με κάμφορες στις τσέπες για τον φόβο των σκόρων. Τις πίπες του στο ειδικό σταντ πάνω στο μπουφέ και μέσα στο συρτάρι κάτω απ΄τις λινές πετσέτες τακτοποιημένο το κουτί με το ρολόι του, τον ειδικό καθαριστικό σουγιά για την πίπα, με την απόληξη την πλακουτσή που βοηθούσε τον καπνό να εισχωρήσει στο σώμα της και να χτυπηθεί.  Να χτυπηθεί στο σώμα της όσο δε χτυπήθηκε η ίδια στο δικό της. Γιατί χρόνος να στεναχωρηθεί δεν της έμενε.

 

Είχε προλάβει να του πει αρκετά. Μα είχε τόσα ακόμα ανείπωτα… Εκείνος ήξερε μονάχα ένα παραμύθι, αλλά είχε το κεφάλι του γεμάτο συναρπαστικές ιστορίες. Σαν περασμένες σε κομπολόι που το μπεγλέριζε, διαλέγοντας την κατάλληλη για την περίσταση  ν΄αρχίζει να της διηγείται. ΄Ηξερε πως την αγαπούσε με μιαν αγάπη μυστική, ανομολόγητη, από φόβο μη δείξει την αδυναμία που της είχε και κοινωνική συστολή. ΄Ηξερε πως δε θα ήταν πάντα εδώ, πως δεν μπορούσε να είναι για πάντα κι αναρωτιόταν μέσα του τι θ΄απογίνει, όταν αυτός λείψει, αλλά δεν της το είπε ποτέ, το έμαθε απ΄τους κολλητούς του πολύ αργότερα.

 

Κι εκείνη δεν του το συγχώρεσε που έφυγε. Και το παράπονο της έγινε χείμαρρος και την έπνιξε, η αυτοκυριαρχία χάθηκε, μάλλον, όταν αντίκρυσε τον αναπτήρα του, με μοχλό ανύψωσης, μικρό, σχεδόν τετράγωνο, άνοιγε από κάτω κατά μήκος και στη βαμβακένια θαλάμη του εμποτιζόταν με ζιππέλαιο. Η επιφάνεια του σαγρέ, με μπακλαβαδωτό ανάγλυφο χάραγμα και στην άκρη το σήμα της αεροπορικής εταιρείας που του τον δώρισε… Εντελώς vintage, που θα ΄λεγε κι ο φίλος της ο Αλέκος που είχε πάθος με τα παλιά αντικείμενα.

 

Μ΄αυτό δεν ήταν παλιό, έτσι δεν είναι ; ΄Οχι, δεν ήταν, αγαπημένε μου, τόσος καιρός έχει περάσει και δεν πάλιωσε. Είναι απαράλλαχτο, σαν τότε που ήσουν εδώ κι άναβες την πίπα σου στην πολυθρόνα και σε κοιτούσα. Πόσο όμορφος, πόσο σίγουρος, πόσο αντισυμβατικός… ΄Ενιωθα πως τίποτε δεν μπορούσε να μου στερήσει την παρουσία σου, ένιωθα πως είσαι άφθαρτος και αιώνιος κι υπέροχος κι η ζωή μου ήταν συναρπαστική γιατί ήσουν εδώ και την έκανες εσύ…

 

Τόσα χρόνια έχουν περάσει κι ακόμα θυμώνω με τη σιωπή σου. Είπαμε, να μη σε βλέπω, να μη σ΄αγγίζω, να μη χαίρομαι τα καλαμπούρια σου, την αγκαλιά σου, τις βόλτες μας στην εξοχή… Να πρέπει να προσπαθώ να εξηγώ και να παλεύω, για να είμαι ο εαυτός μου σ΄έναν κόσμο όπου κανένας δεν μ΄αγάπησε όπως εσύ… Γι΄αυτό που είμαι…. Και όμως έφυγες. Και με καταδίκασες ερήμην μου σε αιώνια σιωπή. Γιατί;

 

Δεν έβλεπε πια μπροστά της από τα τόσα δάκρυα που κυλούσαν ελεύθερα και έβρεχαν το άσπρο της μπλουζάκι. Δεν έβγαλε χαρτομάντηλο, τα άφηνε να κυλούν κι έπαιζε, φέρνοντας βόλτα ξανά και ξανά, τον αναπτήρα στο ένα της χέρι. Και ξανά μονολογούσε, μιλούσε τώρα, ψιθυριστά, κι ας ήταν μόνη :

 

«΄Εφυγες και δε με ρώτησες. Μ΄άφησες εδώ να παλεύω με τους δαίμονές μου, τόσα χρόνια, σχεδόν είκοσι κι εσύ….  Κουράστηκες, παραιτήθηκες απ΄την αγάπη σου για μένα κι έφυγες χωρίς να υπολογίσεις πόσο πονάει η απώλεια. Και δεν έφτασε αυτό !»

 

Είχε ανοίξει το αποκάτω συρτάρι τώρα κι άρχισε να πετάει έξω άναρχα με απότομες κινήσεις τα μαντήλια του με το κεντημένο μονόγραμμα, τα φουλάρια του και τα μάλλινα κασκόλ του. Χωρίς να το πάρει χαμπάρι, ο τόνος της είχε δυναμώσει, φώναζε τώρα στο άδειο δωμάτιο, στέλνοντας τον αντίλαλό της στον απέναντι άσπρο τοίχο με τον περίτεχνο καθρέφτη.

 

«΄Αφησες να σε κλείσουν φυλακή, εσύ η πιο ελεύθερη ύπαρξη, σ΄έχωσαν σ΄ένα μνήμα κάτω απ΄τα πεύκα …..κι όχι μόνο αυτό!….. Με πήρες όμηρο στη σιωπή σου…..»

» ΄Ολα τ΄αντέχω, να ξέρεις, μπαμπά…», είπε ξαφνικά πιο ήρεμα τώρα, αλλά τρέμοντας από ταραχή.

¨΄Ολα σου τα συγχωρώ. Μόνο ένα σου κρατάω… Μου στέρησες τη χαρά να ξανακούσω τη φωνή σου, ρε γαμώτο… Μα σου είναι τόσο δύσκολο….. Τι σου ζήτησα; Τι σου ζητάω τόσα χρόνια, μπαμπά, όταν σου μιλάω μες στη νύχτα;» ούρλιαξε ξαφνικά και άρπαξε αγριεμένη απ΄το συρτάρι τον αναπτήρα.

«Τι στην ευχή, τόσο δύσκολο είναι ; Σε λένε κι ΄Αγγελο!΄Ενα πράγμα σου ζήτησα….», είπε και έσκυψε για να πάρει πάλι φόρα, γυρίζοντας το κεφάλι και σημαδεύοντας τον καθρέφτη με το πολύτιμο της ενθύμιο.

Να με πάρεις ένα τηλέφωνο ! σκέφτηκε. Αλλά δεν τόπε. Κι ο αναπτήρας διέγραψε μια τρελλή τροχιά.  Και βρήκε τον καθρέφτη στο κέντρο, σπάζοντάς τον σε χίλια κομμάτια.

 

 

Διαμονητήριο.

 

Αθήνα, Φλεβάρης 2018.

Να κάνω μιαν αρχή, κάπου να πιάσω την κόκκινη κλωστή που χρόνια ύφαινα, να φτιάξω έναν Μάρτη. Να με προστατέψει απ΄τους λυγμούς, απ΄τα δάκρυα που λιώνουν τους τοίχους, από τους επιτοίχιους καβγάδες της τηλεόρασης που παλεύουν να μου πάρουν τη δόξα των βιβλίων που πολλαπλασιάζονται. Μα δεν τα καταφέρνουν.

Η κλωστή καμιά φορά είναι θηλιά, καμιά φορά είναι μίτος. Το κουβάρι έχει ξεμπλεχτεί, και η τάξη έχει μπει στο χάος, αλλά δεν πονάει λιγότερο το βάσανο μια ζωής αναγκάλιαστης. Υποτίθεται πως τα φόντα, και το δέρμα, και η ουσία είναι εδώ και για έναν άλλο σκοπό εκτός από τον προσωπικό θρίαμβο : ΤΟ μοίρασμα.

Και καυκαλήθρες και μυρόνια, θα έχει η σημερινή πίτα μέσα. Και τη φροντίδα την ίδια θα έχει γιατί η πλάστρα δεν έχει αλλάξει κινήσεις στα δάχτυλα. Αλλά θα ιδρώσει και ροδίσει ανενδοίαστα στη λάβρα του φούρνου για την καρδιά ποιανού; Αφού τα πουλιά είναι εδώ πια για να τα βλέπω να ζευγαρώνουν στην απέναντι πινακίδα και να στήνουν τη φωλιά τους στο φιλόξενο μπαλκόνι μου.

Θα επιμένω να βγάζω φωνούλες και φωνές και κραυγές και ιαχές και ψιθύρους, μέχρι να βρω το τέμπο και την ένταση. Μέχρι το τέμπο και η ένταση να δονήσει ένα φιλόξενο τύμπανο.

Ως τότε θα αρνηθώ να είμαι χαλκός ηχών και κύμβαλον αλαλάζον.

Εμού της ιδίας.