O αγαπημένος μου Glenn Gould: Μικρό αφιέρωμα με διαμάντια που μάζεψα ένα-ένα.

Πρώτα απ΄όλα, με τα μάτια του Ιλάν :

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Γεννήθηκε σαν σήμερα, 25 Σεπτεμβρίου του 1932. Το ταλέντο του φάνηκε από πολύ νωρίς. Από τα τρία μόνο χρόνια του μπορούσε να διαβάζει μια παρτιτούρα, ενώ ακόμα δεν ήξερε καν την αλφαβήτα. Το περιβάλλον του ήταν γεμάτο μουσική καθώς ο πατέρας του έπαιζε βιολί και η μητέρα του πιάνο, ενώ η γιαγιά του ήταν ξαδέλφη του Νορβηγού συνθέτη Edward Grieg.

Δεχόταν συχνά επικρίσεις για τις αυθαιρεσίες του στις ερμηνείες του. Αυτός όμως ακολούθησε το ένστικτό του και από το 1964 σταμάτησε τις συναυλίες και αφοσιώθηκε στη σύνθεση και τις ηχογραφήσεις. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1982 ένα σοβαρό εγκεφαλικό διέκοψε την πορεία ενός σπουδαίου ερμηνευτή και διανοούμενου. O Glenn Gould πέθανε στις 4 Οκτωβρίου, χωρίς ποτέ να ανακτήσει τις αισθήσεις του.

 

 

Στη συνέχεια, η μέρα μου βρήκε αυτό, στον τοίχο του Georges Glykofrydis,

Eξαιρετικό ντοκυμαντέρ για τον μεγάλο Glenn Gould.

 

Κι ο ίδιος μιλάει για τον Μπαχ :

 

 

Στις συναυλίες επέλεγε να παίζει χρησιμοποιώντας πάντα μία πτυσσόμενη καρέκλα .

Πρόκειται για το γνωστότερο αντικείμενο που συνδέεται με τον Γκλεν Γκουλντ. Την κατασκεύασε ο πατέρας του ειδικά γι’ αυτόν, μετά τον τραυματισμό του στην πλάτη, ώστε να βολεύεται καλύτερα μπροστά στο πιάνο. Ο Γκουλντ δεν την εγκατέλειψε ποτέ, σε ολόκληρη την καριέρα του (όπως δεν άλλαξε και το Steinway στο οποίο έπαιζε), ακόμα κι όταν είχε καταντήσει ετοιμόρροπη και επικίνδυνη. Η καρέκλα του ήταν μια μόνο από τις πολλές εμμονές του Γκουλντ, ο οποίος, μεταξύ άλλων, φορούσε πάντα γάντια και χοντρά ρούχα και, όταν ήταν στο Τορόντο, έτρωγε κάθε μέρα το ίδιο φαγητό στο ίδιο εστιατόριο: αυγά σκραμπλ. ( Dim/art

Εξίσου ιδιόρρυθμη και έντονη υπήρξε και η σχέση του Γκουλντ με το πιάνο του, με το οποίο είχε αναπτύξει ένα δέσιμο σχεδόν «ερωτικό».[35]

Ο Γκουλντ φοβόταν υπερβολικά το κρύο και συνήθιζε για αυτό το λόγο να φορά ζεστά ρούχα ακόμα και σε θερμά μέρη. Επιπλέον, φοβόταν τις μολύνσεις και τις ασθένειες, έπαιρνε πολλά φάρμακα κάθε είδους και συχνά αισθανόταν πως ήταν άρρωστος, αρκετές φορές χωρίς λόγο.[36] Ο ίδιος έλεγε για την διαφορετικότητά του: «Δεν πιστεύω πως ο τρόπος ζωής μου έχει ομοιότητες με εκείνον των περισσότερων ανθρώπων και είμαι ευτυχής για αυτό. Ο τρόπος ζωής και το έργο μου έχουν γίνει ένα. Αν αυτό είναι εκκεντρικότητα, τότε είμαι εκκεντρικός».[37] Δε θεωρούσε τον εαυτό του «αντικοινωνικό», όπως τον κατηγορούσαν ορισμένοι. Απλώς, τον διέκρινε, όπως είχε δηλώσει, μια «αυτοπειθαρχία υπό τη μορφή απομόνωσης από την κοινωνία», που όπως πίστευε ήταν απαραίτητη σε κάθε καλλιτέχνη ο οποίος επιδίωκε «να χρησιμοποιήσει το μυαλό του για δημιουργικούς σκοπούς».[38]

Θα μπορούσα να μιλώ για τον Γκλεν Γκουλντ ώρες. Κυρίως, απλά κάνοντας ένα πράγμα.

Σιωπώντας. Και με κλειστά μάτια ακούγοντας την ερμηνεία του, στην αγαπημένη μου ΄Αρια, την πιο φημισμένη από τις παραλλαγές του Γκόλντενμπεργκ, από ηχογράφηση στο στούντιο :

 

 

 

 

Advertisements

Ο Victor Zara με τα μάτια του Ιλάν.

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Δεν ξεχνώ

Έφεραν τον Victor και τον διέταξαν να βάλει τα χέρια του στο τραπέζι. Στα χέρια του αξιωματικού εμφανίστηκε ένα τσεκούρι. Με ένα κοφτό χτύπημα έκοψε τα δάχτυλα του αριστερού χεριού και με ένα άλλο τα δάχτυλα του δεξιού χεριού. Ακούσαμε τα δάχτυλα να πέφτουν στο ξύλινο πάτωμα. Το σώμα του Βίκτορ Χάρα σωριάστηκε και έξι χιλιάδες κρατούμενοι ούρλιαξαν. Ο αξιωματικός κινήθηκε προς τον τραγουδιστή φωνάζοντας: «τραγούδα τώρα για την πουτάνα τη μάνα σου», και συνέχισε να τον χτυπάει.

O Victor προσπάθησε να σηκωθεί και σαν ένας υπνοβάτης πήγε προς τις κερκίδες με ασταθή βήματα. Ακούστηκε η φωνή του που μας έλεγε: «Θα ευχαριστήσουμε τον αρχηγό!». Ύψωσε τα χέρια του που έσταζαν αίμα και με μια αγωνιώδη φωνή, άρχισε να τραγουδάει τον ύμνο της Λαϊκής Ενότητας. ‘Όλοι τον μιμήθηκαν. Κι αυτό έκανε τους στρατιωτικούς να αφηνιάσουν.

Δέχτηκε μία ριπή και διπλώθηκε στα δύο. Κι άλλες ριπές ακούστηκαν. Τα σώματα έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο. Οι κραυγές των τραυματιών ήταν τρομακτικές. Αλλά ο Victor δεν τις άκουγε. Ήταν πια νεκρός.

 

 

Víctor Jara (28 Σεπτεμβρίου 1932 – Σαντιάγο, Χιλή, 16 Σεπτεμβρίου 1973)

O Kamasi Washington με τα μάτια του Ιλάν (άρθρο του Νίκου Φωτάκη).

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

 

 

«Δεν τον καταλαβαίνω τον Kamasi Washington. Μου είναι αδύνατον να εξηγήσω το φαινόμενο, όσο κι αν έχω προσπαθήσει. Στην αρχή μάλιστα τον σνόμπαρα. Έλεγα ότι αν κάποιος θέλει να καταλάβει ποιο είναι το “σήμερα” της τζαζ, ας ακούσει Christian Scott, Esperanza Spalding ή GoGo Penguin και όχι κάποιον που αναπαράγει την spiritual jazz των ‘60s. Αν πάλι θέλει να ακούσει spiritual jazz, ας ακούσει τον Nat Birchall που το κάνει καλύτερα. Αλλά ο Birchall είναι ένας εξηντάρης σαξοφωνίστας από το Μάντσεστερ, κολλημένος με τον Coltrane, δεν είναι ένας τριανταπεντάρης από το Λος Άντζελες που δουλεύει με τον Kendrick Lamar και βγάζει ένα τριπλό concept jazz άλμπουμ που γίνεται ξαφνικά κτήμα ενός κοινού άσχετου με την τζαζ σαν να μην τρέχει τίποτε». Nikos Fotakis (Jazz & Τζαζ /australianjazz.net)

 

«Ίσως εκεί να βρίσκεται το μυστικό του Kamasi», λέει ο Nikos Fotakis. «Στο πώς κατάφερε, προτού καλά καλά κλείσει τα 40, να επιβληθεί ως σοφός γέρων, ως πνευματικός ηγέτης της κάστας του, ως φορέας μιας μουσικής παράδοσης που περνάει από γενιά σε γενιά. Το καταλαβαίνεις όταν τον βλέπεις, όταν καλεί στην σκηνή τον πατέρα του να παίξουν μαζί, όταν συστήνει την μπάντα του, που αποτελείται από τους παιδικούς του φίλους, όταν μιλά για την γιαγιά του. Ο Kamasi εκπροσωπεί μία κοινωνική δομή που προϋπάρχει του μοντέρνου ανθρώπου και που την προτείνει ως απάντηση στην σκληρότητα της σημερινής κοινωνίας. Και η μουσική του είναι ταυτόχρονα ένας φόρος τιμής στην τζαζ του ‘70 και κάτι απόλυτα σημερινό ή μάλλον είναι μια μουσική που φέρνει στο σήμερα την τζαζ του ‘70 με έναν απόλυτα φυσικό τρόπο, σε σημείο που να είναι περιττό να αναρωτιέσαι τι είναι αυτό που ακούς και απλώς να αφήνεσαι. Δεν το έχει καταφέρει κανείς άλλος αυτό, είναι μόνος του. Κι αυτό τον καθιστά φαινόμενο».

όλο το άρθρο του Νίκου Φωτάκη στο popaganda

 

 

 

 

O Eric Dolphy με τα μάτια του Ιλάν.

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

 

 

Το 1961 έπαιζε με τον John Coltrane στον υπόγειο ναό της Μέκκας της Jazz, το Village Vanguard. Οι ατέλειωτοι »free» αυτοσχεδιασμοί τους, έκαναν τους συντηρητικούς κριτικούς να χαρακτηρίσουν τη μουσική τους… «αντι – Τζαζ».

Το 1964 ηχογράφησε για τη Blue Note το «Out to Lunch» και περιόδευε σε όλην την Ευρώπη με το σεξτέτο του Charles Mingus, πριν πεθάνει ξαφνικά από διαβητικό κώμα. Το παίξιμο του ήταν αφαιρετικό, εκστατικό, οργιώδες, όμως η ιδιοφυΐα του και η αξία του, άργησαν να γίνουν παγκόσμια γνωστά.

O Eric Dolphy που μαζί με το άλτο σαξόφωνο ανέδειξε το μπάσο κλαρινέτο, τόλμησε πρώτος να ηχογραφήσει ένα πνευστό χωρίς συνοδεία. Γεννήθηκε στις 20 Ιουνίου 1928 στο Los Angeles και έσβησε στις 29 Ιουνίου του 1964 στο Βερολίνο. Ήταν μόλις 36 ετών.

 

 

Ο Chick Corea με τα μάτια του Ιλάν.

CF4F5D9F-80D7-4AF2-AEF1-80781D146C06.jpeg

Πάθαινα την πλάκα μου ακούγοντας τον να παίζει με τον Miles το 1968 και μετά, σε δίσκους του που άφησαν εποχή όπως το «In a Silent Way» και το «Bitches Brew». Και τότε ήρθε ο ήχος των δικών του «Return To Forever» με τον Stanley Clarke και τ’άλλα καλά παιδιά, και τα ράφια μου γέμιζαν από την fusion των δίσκων του, όπου πάντα άκουγα τη λατινική του ψυχή, το πάθος του για τη ρυθμολογία της λάτιν τζαζ που έμαθε στο πλευρό του Cal Tjader ή του Mongo Santamaria.

Σήμερα, ο Anthony Armando Chick Corea που γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου του 1941 από πατέρα μουσικό και μεγάλωσε με Mozart και Bach αλλά και τη τζαζ του Charlie Parker και του Lester Young, γιορτάζει τα 77α γενέθλιά του.

85DBAB6E-4F1C-4B77-936B-604339F057E6.jpeg

Κι εγώ, δεν έχανα την ευκαιρία. Στο Northsea Jazz Festival της Χάγης του 1979 σε ένα μαγικό ντουέτο με τον Herbie Hancock, το 1983 στο κατάμεστο «Palais des Sports» της νύμφης του Θερμαϊκού με τον Gary Burton, το ’86 στον Ορφέα με την Gayle Moran και πάλι στο Λυκαβηττό με την «Electric Band» …

O Bob Dylan με τα μάτια του Ιλάν.

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

Ο Robert Allen Zimmerman γεννήθηκε σαν σήμερα 24 Μαΐου 1941

 

Απόγνωση, λύπη, πίστη στο υπερφυσικό, συναισθήματα βαθύτερα. Τα βρήκε συμπυκνωμένα στη μουσική του Woody Guthrie. Ήταν ένα παιδί μιας τυπικής εβραϊκής οικογένειας από το Midwest, που άκουγε στο ραδιόφωνο Elvis και Little Richard και που εξέφρασε το πνεύμα της Αμερικής, όπως το οσμιζόταν ο ίδιος.

Ο παραγωγός του, ο σπουδαίος John Hammond, ορκίστηκε πως δεν θα ξαναδούλευε με έναν τόσο απείθαρχο μουσικό: «Έφτυνε τα πι, τσίριζε τα σίγμα και δεν έλεγε να μείνει κοντά στο μικρόφωνο. Το χειρότερο, δεν μάθαινε από τα λάθη του». Αρνιόταν να τραγουδήσει το ίδιο τραγούδι δύο φορές. «Δεν γίνεται να το κάνω αυτό. Είναι φρικτό», έλεγε.

Σε μια περιοδεία έπαιξε με ήχο ροκ, ηλεκτρικό, εξοργίζοντας τους πιστούς του παλιού ακουστικού φολκ ήχου του. Στο Newport, το κοινό χειροκρότησε μόνο τα ακουστικά κομμάτια και γιουχάισε τα ηλεκτρικά. Στο Μάντσεστερ κάποιος του φώναξε κατάμουτρα: «Ιούδα!». Το όνομα του όμως ταυτίστηκε με τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα και την ειρήνη. Αλλά αυτός δεν το άντεξε.

«Ο Ντίκενς, ο Ντοστογιέφσκι κι ο Γκάθρι έλεγαν τις ιστορίες τους πολύ καλύτερα από ότι θα τις έλεγα εγώ, οπότε είπα να κάνω τα δικά μου».

Ο Robert Allen Zimmerman γεννήθηκε σαν σήμερα 24 Μαΐου 1941.

Απόγνωση, λύπη, πίστη στο υπερφυσικό, συναισθήματα βαθύτερα. Τα βρήκε συμπυκνωμένα στη μουσική του Woody Guthrie. Ήταν ένα παιδί μιας τυπικής εβραϊκής οικογένειας από το Midwest, που άκουγε στο ραδιόφωνο Elvis και Little Richard και που εξέφρασε το πνεύμα της Αμερικής, όπως το οσμιζόταν ο ίδιος.

Πέρναγα συχνά από τη Στοά Φέξη γιατί το σχολείο μου, το Βαρβάκειο, ήταν τότε κοντά στην Πλατεία Κάνιγγος, στην Κωλέττη. Εκεί ήταν δύο-τρία καλά λαϊκά δισκάδικα κι εγώ χάζευα περνώντας τις βιτρίνες τους. Ήταν τότε που στο εξώφυλλο του «Paris Match» είχα δει τον Bob Dylan. Μια μέρα μπήκα διστακτικά και ρωτάω: «Bob Dylan έχετε;» «Δεν τον ξέρω, τι είν’ αυτό;», μου λέει ο δισκάς. Καιρό μετά, πέρναγα βιαστικά χωρίς να σταματήσω κι αυτός τρέχοντας βγήκε στο κατόπι μου: «φίλε, πως τον είπες τον τύπο;» «Μπομπ Ντύλαν». Ήρθε! Σινγκλάκι. «Like A Rolling Stone» από τη μία πλευρά και «Positively 4th Street» από την άλλη. Τρελάθηκα από τη χαρά μου.

Ο Robert Allen Zimmerman γεννήθηκε σαν σήμερα 24 Μαΐου 1941.

 

O Erik Sattie με τα μάτια του Ιλάν.

 

«Ήρθα στον κόσμο πολύ νέος, σε μια πολύ γερασμένη εποχή».

 

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

Eric Satie
(17 Μαΐου 1866 – 1 Ιουνίου 1925)

 

Η πρώτη μας επαφή: 1969. Οι Blood Sweat & Tears εμπνέονται από το έργο του και τον διασκευάζουν. Ο Eric Satie (17 Μαΐου 1866 – 1925) δεν έγραψε μεγάλα συμφωνικά έργα και όπερες. Χαρακτηριστικό της μουσικής του και των γραπτών του, η δροσιά και η συντομία.

Στα νεανικά του κομμάτια για πιάνο, τις τρεις Sarabandes του 1877 και τις Τρεις Γυμνοπαιδιές του 1888, ο δεδηλωμένος ντανταϊστής νεαρός συνθέτης, όπως το εκφράζουν και οι τίτλοι έργων του, τα «Τρία κομμάτια σε σχήμα αχλαδιού» ή τα «Αποξηραμένα έμβρυα» του, χρησιμοποιεί τις νεωτεριστικές για την εποχή του συγχορδίες της Jazz, της νέας αυτής μουσικής που είχε αρχίσει να φτάνει στην Ευρώπη από την Αμερική, πολύ πριν από τον Ραβέλ ή τον Στραβίνσκι.

 

 

Ilan.

O Muddy Waters με τα μάτια του Ιλάν.

 

 

 

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

Muddy Waters (4 Απριλίου 1913 – 30 Απριλίου 1983)

 

 

Στον μικρό McKinley Morganfield άρεσε πολύ να παίζει με τις λάσπες. Το παρατσούκλι του ήρθε αναπόφευκτα. Του το κόλλησε η γιαγιά Della: «Muddy». Και μ’ αυτό έγινε διάσημος ο πατέρας των Chicago Blues.

Με μια φυσαρμόνικα και μια ακουστική κιθάρα στην αρχή, έπαιζε τα Blues του Robert Johnson. Το 1941 τον ανακάλυψε ο εθνομουσικολόγος Alan Lomax που περιόδευε στην επαρχία ηχογραφώντας λαϊκούς καλλιτέχνες για λογαριασμό της βιβλιοθήκης του αμερικανικού Κογκρέσου. Η επιβλητική φωνή, η μοναδική του slide κιθάρα δεν άργησαν να ελκύσουν την προσοχή του κοινού. Τα πρώτα του δισκογραφικά συμβόλαια για την Columbia και αργότερα για την θρυλική Chess, τον οδήγησαν στην κορυφή της επιτυχίας. Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία.

 

Φωτογραφία του Ilan Solomon.                                                              Φωτογραφία του Ilan Solomon.
Ο Muddy Waters γεννήθηκε στις 4 Απριλίου 1913 και πέθανε στον ύπνο του στις 30 Απριλίου 1983, χτυπημένος από τον καρκίνο του πνεύμονα. Όνειρο μου ήταν να προλάβω να τον δω να παίζει επί σκηνής. Και πρόλαβα. Καθόταν αποκαμωμένος από τα βάρη μιας ταραγμένης ζωής σ’ένα σκαμνί στην μεγάλη υπόγεια αίθουσα του Northsea Jazz Festival τον Ιούλιο του 1979, στη Χάγη. Τέσσερα χρόνια μετά εγκατέλειπε τα εγκόσμια.

 

Από τον προσωπικό λογαριασμό του Ιλάν.

 

….. and a little add-on from  Γιώργος Μοσχόπουλος.

 

 

 

 

Ο Eric Clapton με τα μάτια του Ιλάν.

 

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

 

 

«Κανονικά, θα έπρεπε να τα είχα τινάξει καιρό τώρα» – Happy Birthday EC!

 

Ήταν ο καρπός του εφήμερου έρωτα ενός ανώνυμου Καναδού στρατιώτη που αποπλάνησε την 16χρονη μητέρα του μια βραδιά του 1944. Αυτή που νόμιζε πως ήταν η μεγαλύτερη αδερφή του, εξαφανίστηκε στην Αμερική πριν ακόμα αυτός ξεκινήσει το σχολείο. Στα εννέα του χρόνια η «μητέρα» του αποκάλυψε πως, στην πραγματικότητα, η αληθινή του μητέρα είναι αυτή που πίστευε πως ήταν η αδελφή του, πως αυτή ήταν η γιαγιά του.

 

Μπερδεμένα πράγματα για τον μικρό Έρικ που μεγάλωσε σε ιδρύματα κι έζησε μια ταραγμένη εφηβεία με κατάληξη μια πολυκύμαντη, δραματική ζωή. «Ήξερα ότι ήμουν διαφορετικός. Υπέφερα από αίσθηση κατωτερότητας». Και τότε, παιδί ακόμα, άκουσε το «My Life is Ruined» του γίγαντα των Blues του Σικάγο Muddy Waters. Εκείνη η μουσική απάλυνε τον πόνο του. Λίγοι όμως συμμερίζονταν το πάθος του στο Ripley του Surrey, τη γενέτειρα του.

Στο Λονδίνο, ένα βράδυ στο ιστορικό Marquee Club, συναντά τον Mick Jagger και τον Keith Richards. Τον θαυμάζουν. Στα 18 του παίζει με τους Roosters κι ένα χρόνο μετά με τους Yardbirds. Όταν όμως φτάνει η Top-10 επιτυχία του «For Υour Love», αυτός…. λάκισε! Ότι είναι εμπορικό, του είναι ανυπόφορο. Ανήσυχος, μοναχικός, χαρισματικός, εσωστρεφής, μονίμως ανικανοποίητος, βρίσκει τελικά καταφύγιο στους Bluesbrakers του νονού των British Blues, του John Mayall. Το «slowhand» εκεί του το κόλλησαν γιατί, ενώ έπαιζε φαινομενικά αργά, η κιθάρα του έβγαζε φλόγες.

Cream, Blind Faith, δίσκοι, Grammy, βραβεία, πάθη, αδιέξοδοι έρωτες, εθισμός, ηρωίνη, κοκαΐνη, αλκοόλ, προβλήματα ακοής, γάμοι, απώλειες, κηδείες … Ιστορία. Tears in Heaven.

 

 

O Eric Patrick Clapton γεννήθηκε σαν σήμερα, 30 Μαρτίου 1945.

Eric Clapton (b. March 30, 1945)

Φωτογραφία του Ilan Solomon.
Φωτογραφία του Ilan Solomon.
Φωτογραφία του Ilan Solomon.

O Bebo Valdés με τα μάτια του Ιλάν.

 

 

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

 

 

 

Πιανίστας τεράστιου μεγέθους, προικισμένος με ένα σπουδαίο ταλέντο στη σύνθεση νέων μουσικών μορφών, ο ‘Βασιλιάς της Batanga’, το χρυσό πιάνο του πατριάρχη της Afrocuban τζαζ, έζησε φωτεινά απογεύματα δόξας και βράδια σκοτεινά στην αυτοεξορία. Και εκεί κοντά στο τέλος της ζωής του, την παγκόσμια αποδοχή.

 

Η ταραχώδης ζωή του αντανακλά την πρόσφατη ιστορία της αγαπημένης του πατρίδας. Συνθέτει την περιπέτεια της Κούβας του περασμένου αιώνα που αγάπησε, κι αυτή συχνά τον πίκρανε.

Ο Bebo Valdés που γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1918 στο Quivicán της Αβάνας, έφυγε αφήνοντας την πλούσια μουσική του κληρονομιά στον έξοχο πιανίστα και συνθέτη γιο του Chucho Valdés. Από την κορυφή της επιτυχίας στη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 σαν bandleader στο κλαμπ Tropicana, βρέθηκε στη σουηδική εξορία, στους αντίποδες της Καραϊβικής, όπου πέθανε σε ηλικία 94 ετών, στις 22 Μαρτίου του 2013.

 

 

 

Φωτογραφία του Ilan Solomon.