«Το μαγεμένο παιχνίδι» του Γιώργου Γλυκοφρύδη – Διήγημα

 

 

 

Διαβάσαμε σήμερα, το καινούργιο διήγημα του Γιώργου Γλυκοφρύδη, που δημοσιεύθηκε στο fractal.

 


 

 

Λοιπόν, πρώτα θα σας περιγράψω το πώς ξεκίνησε η ιστορία, και μετά θα σας πω τι συνέβη. Αλλιώς άκρη δεν θα βγάλουμε.

Σαν σήμερα ήταν, όπως σήμερα, που βρέχει πολύ και φυσά δαιμονισμένα.

Και που το πρωί είχε βαριά ομίχλη κι η θερμοκρασία δεν ανέβαινε πάνω από τους 5 βαθμούς Κελσίου. Κι έτσι τον είδα να έρχεται. Μια ίδια νύχτα. Αν και καιρό πριν, Χριστούγεννα δηλαδή, αλλά ίδια νύχτα. Όπως τον είδα να έρχεται. Ανάμεσα στις 03 με 04 ξημέρωμα. Πότε μπήκε, από πού μπήκε, πότε άνοιξε την πόρτα, πότε την έκλεισε, δεν κατάλαβα. Αλλά τον είδα. Λες και άναψε μπρος από το παράθυρο ήταν. Αλλά όχι απ’ έξω, από μέσα, μέσα στο σαλόνι ήταν, αλλά πώς, δεν ξέρω. Ένας Θεός ξέρει, ίσως. […]

 

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ :

 


 

 

Ο Γιώργος Γλυκοφρύδης ζει και εργάζεται στη Γαλλία.  Πρόσφατα κυκλοφόρησε το τέταρτο κατά σειρά μυθιστόρημά του,   «Το Τρίτο Αστέρι».

 

 

''TO TRITO ASTERI'' EXWFYLLO (2)_edited.jpg

 

 

 

 

 

Advertisements

Σιωπηλός αναπτήρας.

 

anaptiras

 

Το κινητό του τόσπασε στον τοίχο. Δηλαδή το πέταξε στον απέναντι τοίχο με τη σιγουριά ότι θα σπάσει. Κι εκείνο τη δικαίωσε. Δευτερόλεπτα πριν, στο θάλαμο, είχε αρχίσει να χτυπάει. Αλλά δεν χρειαζόταν να το σηκώσει πια. Ξέσπασε πάνω του και καθώς το άκουσε να κουδουνίζει αμέριμνο, αντί να το κλείσει, πήρε φόρα φέρνοντας το χέρι της πίσω και μετά μπροστά, με όση δύναμη της είχε απομείνει, μια βδομάδα άυπνη.

 

Τώρα κοιτάει ξανά τα πράγματά του, τις φωτογραφίες του, τα παπιόν, ένα-ένα στο χάρτινο κουτί. Τα γιλέκα του περασμένα όλα σε μια κρεμάστρα με κάμφορες στις τσέπες για τον φόβο των σκόρων. Τις πίπες του στο ειδικό σταντ πάνω στο μπουφέ και μέσα στο συρτάρι κάτω απ΄τις λινές πετσέτες τακτοποιημένο το κουτί με το ρολόι του, τον ειδικό καθαριστικό σουγιά για την πίπα, με την απόληξη την πλακουτσή που βοηθούσε τον καπνό να εισχωρήσει στο σώμα της και να χτυπηθεί.  Να χτυπηθεί στο σώμα της όσο δε χτυπήθηκε η ίδια στο δικό της. Γιατί χρόνος να στεναχωρηθεί δεν της έμενε.

 

Είχε προλάβει να του πει αρκετά. Μα είχε τόσα ακόμα ανείπωτα… Εκείνος ήξερε μονάχα ένα παραμύθι, αλλά είχε το κεφάλι του γεμάτο συναρπαστικές ιστορίες. Σαν περασμένες σε κομπολόι που το μπεγλέριζε, διαλέγοντας την κατάλληλη για την περίσταση  ν΄αρχίζει να της διηγείται. ΄Ηξερε πως την αγαπούσε με μιαν αγάπη μυστική, ανομολόγητη, από φόβο μη δείξει την αδυναμία που της είχε και κοινωνική συστολή. ΄Ηξερε πως δε θα ήταν πάντα εδώ, πως δεν μπορούσε να είναι για πάντα κι αναρωτιόταν μέσα του τι θ΄απογίνει, όταν αυτός λείψει, αλλά δεν της το είπε ποτέ, το έμαθε απ΄τους κολλητούς του πολύ αργότερα.

 

Κι εκείνη δεν του το συγχώρεσε που έφυγε. Και το παράπονο της έγινε χείμαρρος και την έπνιξε, η αυτοκυριαρχία χάθηκε, μάλλον, όταν αντίκρυσε τον αναπτήρα του, με μοχλό ανύψωσης, μικρό, σχεδόν τετράγωνο, άνοιγε από κάτω κατά μήκος και στη βαμβακένια θαλάμη του εμποτιζόταν με ζιππέλαιο. Η επιφάνεια του σαγρέ, με μπακλαβαδωτό ανάγλυφο χάραγμα και στην άκρη το σήμα της αεροπορικής εταιρείας που του τον δώρισε… Εντελώς vintage, που θα ΄λεγε κι ο φίλος της ο Αλέκος που είχε πάθος με τα παλιά αντικείμενα.

 

Μ΄αυτό δεν ήταν παλιό, έτσι δεν είναι ; ΄Οχι, δεν ήταν, αγαπημένε μου, τόσος καιρός έχει περάσει και δεν πάλιωσε. Είναι απαράλλαχτο, σαν τότε που ήσουν εδώ κι άναβες την πίπα σου στην πολυθρόνα και σε κοιτούσα. Πόσο όμορφος, πόσο σίγουρος, πόσο αντισυμβατικός… ΄Ενιωθα πως τίποτε δεν μπορούσε να μου στερήσει την παρουσία σου, ένιωθα πως είσαι άφθαρτος και αιώνιος κι υπέροχος κι η ζωή μου ήταν συναρπαστική γιατί ήσουν εδώ και την έκανες εσύ…

 

Τόσα χρόνια έχουν περάσει κι ακόμα θυμώνω με τη σιωπή σου. Είπαμε, να μη σε βλέπω, να μη σ΄αγγίζω, να μη χαίρομαι τα καλαμπούρια σου, την αγκαλιά σου, τις βόλτες μας στην εξοχή… Να πρέπει να προσπαθώ να εξηγώ και να παλεύω, για να είμαι ο εαυτός μου σ΄έναν κόσμο όπου κανένας δεν μ΄αγάπησε όπως εσύ… Γι΄αυτό που είμαι…. Και όμως έφυγες. Και με καταδίκασες ερήμην μου σε αιώνια σιωπή. Γιατί;

 

Δεν έβλεπε πια μπροστά της από τα τόσα δάκρυα που κυλούσαν ελεύθερα και έβρεχαν το άσπρο της μπλουζάκι. Δεν έβγαλε χαρτομάντηλο, τα άφηνε να κυλούν κι έπαιζε, φέρνοντας βόλτα ξανά και ξανά, τον αναπτήρα στο ένα της χέρι. Και ξανά μονολογούσε, μιλούσε τώρα, ψιθυριστά, κι ας ήταν μόνη :

 

«΄Εφυγες και δε με ρώτησες. Μ΄άφησες εδώ να παλεύω με τους δαίμονές μου, τόσα χρόνια, σχεδόν είκοσι κι εσύ….  Κουράστηκες, παραιτήθηκες απ΄την αγάπη σου για μένα κι έφυγες χωρίς να υπολογίσεις πόσο πονάει η απώλεια. Και δεν έφτασε αυτό !»

 

Είχε ανοίξει το αποκάτω συρτάρι τώρα κι άρχισε να πετάει έξω άναρχα με απότομες κινήσεις τα μαντήλια του με το κεντημένο μονόγραμμα, τα φουλάρια του και τα μάλλινα κασκόλ του. Χωρίς να το πάρει χαμπάρι, ο τόνος της είχε δυναμώσει, φώναζε τώρα στο άδειο δωμάτιο, στέλνοντας τον αντίλαλό της στον απέναντι άσπρο τοίχο με τον περίτεχνο καθρέφτη.

 

«΄Αφησες να σε κλείσουν φυλακή, εσύ η πιο ελεύθερη ύπαρξη, σ΄έχωσαν σ΄ένα μνήμα κάτω απ΄τα πεύκα …..κι όχι μόνο αυτό!….. Με πήρες όμηρο στη σιωπή σου…..»

» ΄Ολα τ΄αντέχω, να ξέρεις, μπαμπά…», είπε ξαφνικά πιο ήρεμα τώρα, αλλά τρέμοντας από ταραχή.

¨΄Ολα σου τα συγχωρώ. Μόνο ένα σου κρατάω… Μου στέρησες τη χαρά να ξανακούσω τη φωνή σου, ρε γαμώτο… Μα σου είναι τόσο δύσκολο….. Τι σου ζήτησα; Τι σου ζητάω τόσα χρόνια, μπαμπά, όταν σου μιλάω μες στη νύχτα;» ούρλιαξε ξαφνικά και άρπαξε αγριεμένη απ΄το συρτάρι τον αναπτήρα.

«Τι στην ευχή, τόσο δύσκολο είναι ; Σε λένε κι ΄Αγγελο!΄Ενα πράγμα σου ζήτησα….», είπε και έσκυψε για να πάρει πάλι φόρα, γυρίζοντας το κεφάλι και σημαδεύοντας τον καθρέφτη με το πολύτιμο της ενθύμιο.

Να με πάρεις ένα τηλέφωνο ! σκέφτηκε. Αλλά δεν τόπε. Κι ο αναπτήρας διέγραψε μια τρελλή τροχιά.  Και βρήκε τον καθρέφτη στο κέντρο, σπάζοντάς τον σε χίλια κομμάτια.

 

 

The message of Agapi.

sunset mati

 

In his khaki shorts, at the balcony, laying adrift on the summer chaise longue, in the heat of the mid-summer afternoon. The sea is scarcely agitated, blue as the eyes of the girl his thoughts are upon. He fights the tear that surmounts in his eyes in her painful absence.

She will come again, she said. Next summer. Which one will it be ? This one ? Or the next one after this ? He cannot tell anymore. He sighs and shivers and grabs the sea towel from the reel to cover himself. Suddenly his nostrils are filled with the salty sea and the salty taste of her skin in his lips. He cannot bare the memory of the smell.

He turns away. The sun is diving into the sea, all orange, leaving traces of purple tears here and there in the burning sky. The beauty of the scenery cuts his breath short.

» I am not ever going to stop loving you, Tesa»,  Nikos whispers and his heart is pounding with a sledge hammer on it.

He reaches for his cell, writes the same thing on the message space. Then hesitates. Then deletes it all. Then he writes again in italics :

«I am not ever going to stop loving you, you know that, don’t you?».  Then presses Sent. He leaves the cell on the balcony table and hurries to the bathroom. He cannot live the agony of expecting an answer. He tries to wash off his terror under the running hot water in the bathtub. Silently praying for her to answer, and not to answer in the same time. In fear of what the message text would be.

Before even finishing washing his hair, his eyes closed, focused in rubbing his head, he hears the answer bleep on the cell. He hurries out, quickly whiping the excess water from his skin. He runs to the cell, and does not believe his eyes.

The sun has painted the room in purple red cushions of velvet. There he is, naked, in the middle of the living room, smiling. The message read :

«Yes, agapi mou. I know. Neither will I. Now, can you come downstairs and help me with all that luggage ? The elevator doesn’t seem to be working. Like last summer :)».

 

© Marina Kartelia.