Πέτρινος (του Κώστα Αρκουδέα)

«Παρέμβαση»

Έπαιρνε τα σύνεργά του και ξαμολιόταν στις εξοχές. Πέτρινα γεφύρια τ’ άρεσε τότε να ζωγραφίζει. Γεφύρια που λαμπύριζαν στον ήλιο μετά από μια ξαφνική νεροποντή. Γεφύρια που βυθίζονταν στο σκοτάδι, με τα φώτα μιας πόλης να τρεμοπαίζουν στο βάθος. Γεφύρια πάνω από ορμητικά ποτάμια, σαν φίδια πεινασμένα. Γεφύρια πάνω από βαθιά φαράγγια, σαν στόματα ανοιχτά.

Πανίσχυρα, αιώνια, ατσάλινα, αλλά και αδύναμα, ετοιμόρροπα, μισογκρεμισμένα.

Όλα τους είχαν μια ιστορία να πουν. Μια ανάμνηση να ζωντανέψουν. Μια φράση να ψιθυρίσουν, που χάθηκε στην πρωινή ομίχλη. Μια πνοή που τα χάιδεψε. Ένα ρίγος που τα σημάδεψε. Λίγο αίμα που τα αυλάκωσε. Μια κραυγή που τα πάγωσε.

Όλα.

Μέχρι που γνώρισε εκείνη κι έκαμαν οικογένεια. Έπαψε τότε να ζωγραφίζει. Τα σύνεργά του έμειναν να σκονίζονται ψηλά στο ράφι, για χρόνια.

Όταν εκείνη πήρε τα παιδιά τους κι έφυγε, τα γεφύρια κάηκαν μια νύχτα στο τζάκι.

Όλα.

Τώρα παίρνει τα σύνεργά του και ξαμολιέται στα…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 15 επιπλέον λέξεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s