΄Ασπρη Διαθήκη (ίσως και υπόλευκη, στο χρώμα των σαβάνων) Μαρίνα Καρτελιά

gazon flaneuroide

Gazon Flâneuris Flâneuroidae

 

Σκέψεις πάνω στα βιβλία του Νικήτα Σινιόσσογλου Αλλόκοτος Ελληνισμός, Μαύρες Διαθήκες, Γραφομηχανούλα (μετάφραση) όλα εκδοθέντα στην Κίχλη.

 

 

Αυτά να γράψω, είπες. Για τους πλάνητες, τα δέντρα που κόβονται αλλά δεν ξεριζώνονται ποτέ, τους πλάνητες μεσάνυχτα και ταξιδεύουν δίχως πλευρικά, αυτούς που τους διορθώνουν οι ορθογραφικοί έλεγχοι κι εκείνοι επιμένουν να φτιάχνουν δικές τους λέξεις.

 

{Κάνουν φλανεριές, είναι flâneurs και δεν το ξέρουν, ώσπου κάποιος βρίσκεται να τους το καθρεφτίσει, «αυτό είσαι, ώρα να το μάθεις, που κόντευαν να σε πείσουν πως άσκοπα πετάς». Το λένε τα βιβλία πριν από σένα, ο Κυριακός με αγωνία στην Ανκόνα, ο Γεμιστός με πλήθη πλήθων , ο καλός σου ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, με τις σκιές στους τοίχους και τη λαμπρή μητέρα που άφησε τη φαντασία του εν πλήρη flâneurοπτύσει, ο Λάμπρος το μελέτησε, ο Νικήτας, για σε, που δεν μπορούσες ή δεν ήξερες το πώς. }

 

Είχες το πάθος, που σ΄όδήγησε στο μάθος. Γιατί έκανες λάθος. Αλλά δε σταμάτησες να πετάς, να βουτάς, να ζητάς, να βρίσκεις, να ψάχνεις. Σε κατάλαβαν λίγοι, στα μάτια σε κοίταξε μια κίχλη, ένα βράδυ στα Πατήσια που χιόνιζε κι οι δρόμοι ήταν άδειοι, παγωμένοι κι εσύ μπορούσες να δεις πάνω απ΄τα δέντρα. Πάνω απ΄τους ανθρώπους.

 

 

[στο Βερολίνο, αδερφέ εν βιβλίοις Νικήτα, στο Βερολίνο έφτασα να βρω την αλήθεια, να καταλάβω τι σημαίνω, πλάνητας ναι, μα τι είμαι, για ποιον, για μένα είμαι, το αεροπλάνο πετούσε πάνω απ΄το Βερολίνο φεύγοντας αλλά εγώ κατοικώ εκεί, εκεί με βρίσκω, στη Στάατςμπιμπλιοτέκ είναι το χειρόγραφο του Κυριακού κι εγώ το έψαχνα εκεί πριν μάθω ότι υπήρχε, αλλά περιέργως ήξεραν εκεί ποια είμαι, ήξεραν τι σόι φλανέρισσα είμαι, και με άφησαν να μπω, με καλοδέχτηκαν να ψάξω, με ήθελαν ελεύθερη να πετάω στο ύψος του ταβανιού και να βλέπω με μάτι πουλιού τα χειρόγραφα,  αφού έτσι τα ένιωθα  βαθύτερα μέσα μου να καταγράφουν την πρωτινή μου ιστορία]

 

 

Εκεί, στην πλατεία Μπένγιαμιν, άφησα τα παιδικά του χρόνια γύρω στα 1900, τα ακούμπησα στην πέτρα, τα γύρισα πίσω στην πατρίδα να μη στοιχειώνονται πια από κανένα τραύμα, όπου απέδρα κάθε λύπη ή στεναγμός.

 

βενγιαμιν.jpg

 

 

Τα σπαράγματα, τα λείψανα, τα ερείπια, δεν τα φοβάμαι πια. Φοβόμουν πριν. Μην ξεχάσω ό,τι πεθαίνει. Μα τώρα τίποτε απ΄όσα διάβασα δε λείπει. Τίποτε από όσα νιώθω δεν με ανησυχεί. Ξέρω ότι θα περιγραφούν από άλλους που έχουν τις λέξεις. Και φροντίζουν να διατρανώσουν καλύτερα από μένα, ό,τι με διακατέχει. Εγώ ξεχύνομαι και το ζω.

 

Ευγνωμοσύνη έχω. Κι όρκους. Να σου στέλνω φίλε άγνωστε φλανέρ, όπου, το ο,τιδήποτε. Κι όταν σε αναγνωρίσω, να σε αναδείξω. Να σε αναγορεύσω σ΄αυτό που είσαι.

 

Εικόνες έχω, ερεθίσματα. ΄Εχω και μια γραφομηχανούλα. ΄Εχω δυο βιβλία σπάνια. Το ένα αποκτημένο δυο φορές. Με διπλές αύρες ενός αλλόκοτου Ελληνισμού, που ως τέτοιος αυτοθαυμάζεται γι΄αυτό και θα τα καταφέρει, σε πείσμα όλων. Και έχω μαύρες διαθήκες και πλέον τις απαντήσεις στα γιατί. Για παράδειγμα, γιατί δε θέλω να πάω ποτέ στο Τόκιο; Γιατί δεν έχει γωνιές, στοές μυστικές να flânέψω.

 

Να φλανέψω στα flâneuroτόπια. Εκεί μονάχα ευτυχώ. Αυτό θέλω.

 

βερλιν

(Αν καταλάβατε γρυ, είστε κι εσείς αυτό που εγώ δεν ήξερα ότι είμαι. Κάτι έκανα).

 

Μαρίνα Καρτελιά

 

Αλλόκοτος Ελληνισμός, Μαύρες Διαθήκες, Γραφομηχανούλα (μετάφραση) 

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Νικήτας Σινιόσσογλου  όλα εκδοθέντα στην Κίχλη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s