Πού είναι οι νεκροί.

 

 

 

Απέναντί μου στέκονταν με κοιτούσαν με ανέκφραστα μάτια. Κενό βλέμμα, πρόσωπο σταχτί, δέρμα ρυτιδιασμένο όπως οι χτυπημένοι από ραδιενέργεια στο Ναγκασάκι. Δε μιλούσαν, κοιτούσαν μπροστά, κλειδωμένα, με στόματα μισάνοιχτα μου ανέδιναν φορμόλη. Ρούχα κουρέλια και όλοι με ένα μαύρο φερμουάρ σ΄όλο το ύψος κάθε χεριού, σα να κούμπωνε την ύπαρξή τους όλη.

Εμείς στην άλλη μεριά, οι υπάλληλοι. Ορκισμένοι, τοποθετημένοι, καθιστοί, αμέτοχοι. ΄Η σχεδόν αμέτοχοι. Τα πλήκτρα χτυπούσαν, οι φωνές μιλούσαν, οι παράμετροι του συστήματος καταχωρούνταν, κάπου η μηχανική υποστήριξη των δακτύλων υποχωρούσε γιατί ακούγονταν φράσεις όπως «Ναϊσκος Αγίου Ιωάννου» – σκεφτόμουν τη γιορτή του Αγιάννη στα Μυκονιάτικα, όταν ερχόταν η μέρα το καλοκαίρι σήμαινε το τέλος του, τέτοιες μέρες περίπου ήταν, «Ποσειδώνος» στους άλλους δεν έλεγε τίποτε, εμένα όμως εκεί είναι το σπίτι μου, η φωλιά μου, το κρυφτό μου, το ποδήλατό μου.

Σάββατο ήταν, απογεματινή βάρδια με έβαλαν, φοβόμουν το φόρτο, μη και δεν ανταπεξέλθω, μην πατήσω τον όρκο, όμως απέναντι μου στην οθόνη, έβγαιναν μαζί με τις αιτήσεις και τα Ε1 και τα Ε9, και οι λέξεις κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, δεν είναι είναι η κλίμακα του Ντελακρουά, χαρακτηρισμοί είναι, το κόκκινο είναι καμένο, παράξενο να είναι κάρβουνο και να μην το αποκαλούν μαύρο, «ολοσχερώς» δήλωναν υπευθύνως, είχαν τη ψυχραιμία να γράψουν αυτό «το σπίτι μου καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την πυρκαγιά»…..

Οι φιγούρες απέναντί μου είχαν πλησιάσει τώρα, πώς μετακινήθηκαν όλοι μαζί καθιστοί δεν ξέρω, ήταν στους δέκα πόντους και όλο ζύγωναν, απ΄το μέρος τους ερχόταν ένας υπόκωφος αναστεναγμός, έγινε οιμωγή συρτή και υπόγεια όσο περνούσαν τα λεπτά, επέμενε στ΄αυτιά μου να λέει κάτι ακατάληπτο όσο κι επιτακτικό. Ξάφνου σταμάτησαν να κινούνται, στάθηκε το βλέμμα τους πάνω μου, άρχισαν να κατεβάζουν αργά τα φερμουάρ.

΄Ηξερα τι θα δω και δεν ήταν ώρα ακόμα. «Σταματήστε.
Θα σας υπηρετήσω μέχρις εσχάτων. Το ορκίζομαι».

Οι νεκροί του Ματιού με λυπήθηκαν. Αγκαλιάστηκαν μεταξύ τους και στον τοίχο πίσω μου με προσπέρασαν και κόλλησαν τα χαώδη τους χαμόγελα.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s