Σκέψεις για μια (ακόμα) γυναικοκτονία

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Την υπόθεση βέβαια την ξέρετε, αλλά ας θυμίσουμε τα γεγονότα.

Στις 2 Ιουλίου, η διακεκριμένη Αμερικανίδα βιολόγος Σούζαν Ίτον (Suzanne Eaton), προσκεκλημένη κεντρική ομιλήτρια σε συνέδριο της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης, ενώ έκανε τζόγκινγκ χτυπήθηκε, βιάστηκε και δολοφονήθηκε.

Σύμφωνα με την Αστυνομία, ο 27χρονος συλληφθείς την εντόπισε τυχαία στον δρόμο. Έχοντας ως κίνητρο τη σεξουαλική κακοποίησή της, φέρεται να τη χτύπησε δύο φορές με το λευκό αυτοκίνητό του και μόλις εκείνη έχασε τις αισθήσεις της την τοποθέτησε στο πορτμπαγκάζ. Τη μετέφερε περίπου 10 χλμ. μακριά και, αφού τη βίασε, πέταξε τη σορό της στο φρεάτιο εξαερισμού ενός ερειπωμένου καταφυγίου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κοντά στο Ξαμουδοχώρι Χανίων.

Φαίνεται ότι η πατριαρχική λογική είναι βαθιά ριζωμένη στα ελληνικά ΜΜΕ, διότι είχαμε αρκετές περιπτώσεις όπου το κέντρο της προσοχής μεταφέρθηκε από τη δολοφονημένη στον καθ’ ομολογία δράστη και τους συγγενείς του.

«Δουλευταράς, υπερδραστήριος και πολυπράγμων, με ποικίλα ενδιαφέροντα και ιδιαίτερη αγάπη για τη…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 721 επιπλέον λέξεις

Advertisements

Τα χέρια του ξυλοκόπου – Διήγημα της Μαρίνα Καρτελιά

axe.jpg

 

Δυο ώρες όξω στο χιόνι ήδη να κόβει ξύλα. Ουρανός μπλαβής και θερμοκρασία μείον 3 βαθμοί. Μα δεν τον νοιάζει. ΄Εχει σκοπό. Σκέφτεται τον μικρό που κοιμάται στην κούνια που του ΄φτιαξε με τα χέρια του πριν γεννηθεί. Αυτά τα χέρια που του ‘παιζαν πιάνο χτες ν΄αποκοιμηθεί.

Σκαμμένα είναι τα χέρια, σαν τον καιρό του. Ταλαιπωρημένα σαν τη γη του. Σμιλεμένα απ΄τις πληγές, σαν του πατέρα του. Το τσεκούρι κόβει στα δυο την ησυχία. Κάνει τη μέρα τιμωρό. Μια τσεκουριά για τον πατέρα που δεν τον σπούδασε. Μια για το δήμο που του πήρε μισό κτήμα. Μια για το εργοστάσιο λιγνίτη που βάφει μαύρο το χώμα και φαρμακώνει τα δέντρα.

Δεν τον πειράζει που είναι ξυλοκόπος. Δεν τον βαραίνουν οι θύελλες, οι καταιγίδες που περνάει μουσκεμένος ως το κόκκαλο στοιβάζοντας δεμάτια. Το ίδιο θα μάθει και το γιο του να κάνει. Κι απέ ας διαλέξει εκείνος ό,τι νομίζει. Η μάνα του είναι δίπλα σε όλα. Ο κόσμος του ανήκει από τα τώρα – κι ας μην το ξέρει αυτός.

Το χιόνι τού καθαρίζει το μυαλό και βιάζει τα χέρια του να αποσώνει, να γυρίσει μια ώρα αρχύτερα στο γιο του. Να ζεστάνει τις καπνισμένες παλάμες του στη φωτιά του σπιτιού. Παίρνει ανάσα βαθιά και τα χέρια κοιτάει. Στο νου του όσα δεν άδραξαν, όλα όσα δεν πρόφταξαν. “Τα χέρια του γιού μου δε θα γίνουν έτσι δα. Ποτές¨, σκέφτεται ξέπνοα και δίνει ακόμα μια τσεκουριά. Λίγο πριν σκύψει το βλέμμα του φεύγει πέρα απ΄την άκρη του δάσους, στην Εθνική. Και μυστικά δακρύζει.

 

Μαρίνα Καρτελιά

 

΄Ασπρη Διαθήκη (ίσως και υπόλευκη, στο χρώμα των σαβάνων) Μαρίνα Καρτελιά

gazon flaneuroide

Gazon Flâneuris Flâneuroidae

 

Σκέψεις πάνω στα βιβλία του Νικήτα Σινιόσσογλου Αλλόκοτος Ελληνισμός, Μαύρες Διαθήκες, Γραφομηχανούλα (μετάφραση) όλα εκδοθέντα στην Κίχλη.

 

 

Αυτά να γράψω, είπες. Για τους πλάνητες, τα δέντρα που κόβονται αλλά δεν ξεριζώνονται ποτέ, τους πλάνητες μεσάνυχτα και ταξιδεύουν δίχως πλευρικά, αυτούς που τους διορθώνουν οι ορθογραφικοί έλεγχοι κι εκείνοι επιμένουν να φτιάχνουν δικές τους λέξεις.

 

{Κάνουν φλανεριές, είναι flâneurs και δεν το ξέρουν, ώσπου κάποιος βρίσκεται να τους το καθρεφτίσει, «αυτό είσαι, ώρα να το μάθεις, που κόντευαν να σε πείσουν πως άσκοπα πετάς». Το λένε τα βιβλία πριν από σένα, ο Κυριακός με αγωνία στην Ανκόνα, ο Γεμιστός με πλήθη πλήθων , ο καλός σου ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, με τις σκιές στους τοίχους και τη λαμπρή μητέρα που άφησε τη φαντασία του εν πλήρη flâneurοπτύσει, ο Λάμπρος το μελέτησε, ο Νικήτας, για σε, που δεν μπορούσες ή δεν ήξερες το πώς. }

 

Είχες το πάθος, που σ΄όδήγησε στο μάθος. Γιατί έκανες λάθος. Αλλά δε σταμάτησες να πετάς, να βουτάς, να ζητάς, να βρίσκεις, να ψάχνεις. Σε κατάλαβαν λίγοι, στα μάτια σε κοίταξε μια κίχλη, ένα βράδυ στα Πατήσια που χιόνιζε κι οι δρόμοι ήταν άδειοι, παγωμένοι κι εσύ μπορούσες να δεις πάνω απ΄τα δέντρα. Πάνω απ΄τους ανθρώπους.

 

 

[στο Βερολίνο, αδερφέ εν βιβλίοις Νικήτα, στο Βερολίνο έφτασα να βρω την αλήθεια, να καταλάβω τι σημαίνω, πλάνητας ναι, μα τι είμαι, για ποιον, για μένα είμαι, το αεροπλάνο πετούσε πάνω απ΄το Βερολίνο φεύγοντας αλλά εγώ κατοικώ εκεί, εκεί με βρίσκω, στη Στάατςμπιμπλιοτέκ είναι το χειρόγραφο του Κυριακού κι εγώ το έψαχνα εκεί πριν μάθω ότι υπήρχε, αλλά περιέργως ήξεραν εκεί ποια είμαι, ήξεραν τι σόι φλανέρισσα είμαι, και με άφησαν να μπω, με καλοδέχτηκαν να ψάξω, με ήθελαν ελεύθερη να πετάω στο ύψος του ταβανιού και να βλέπω με μάτι πουλιού τα χειρόγραφα,  αφού έτσι τα ένιωθα  βαθύτερα μέσα μου να καταγράφουν την πρωτινή μου ιστορία]

 

 

Εκεί, στην πλατεία Μπένγιαμιν, άφησα τα παιδικά του χρόνια γύρω στα 1900, τα ακούμπησα στην πέτρα, τα γύρισα πίσω στην πατρίδα να μη στοιχειώνονται πια από κανένα τραύμα, όπου απέδρα κάθε λύπη ή στεναγμός.

 

βενγιαμιν.jpg

 

 

Τα σπαράγματα, τα λείψανα, τα ερείπια, δεν τα φοβάμαι πια. Φοβόμουν πριν. Μην ξεχάσω ό,τι πεθαίνει. Μα τώρα τίποτε απ΄όσα διάβασα δε λείπει. Τίποτε από όσα νιώθω δεν με ανησυχεί. Ξέρω ότι θα περιγραφούν από άλλους που έχουν τις λέξεις. Και φροντίζουν να διατρανώσουν καλύτερα από μένα, ό,τι με διακατέχει. Εγώ ξεχύνομαι και το ζω.

 

Ευγνωμοσύνη έχω. Κι όρκους. Να σου στέλνω φίλε άγνωστε φλανέρ, όπου, το ο,τιδήποτε. Κι όταν σε αναγνωρίσω, να σε αναδείξω. Να σε αναγορεύσω σ΄αυτό που είσαι.

 

Εικόνες έχω, ερεθίσματα. ΄Εχω και μια γραφομηχανούλα. ΄Εχω δυο βιβλία σπάνια. Το ένα αποκτημένο δυο φορές. Με διπλές αύρες ενός αλλόκοτου Ελληνισμού, που ως τέτοιος αυτοθαυμάζεται γι΄αυτό και θα τα καταφέρει, σε πείσμα όλων. Και έχω μαύρες διαθήκες και πλέον τις απαντήσεις στα γιατί. Για παράδειγμα, γιατί δε θέλω να πάω ποτέ στο Τόκιο; Γιατί δεν έχει γωνιές, στοές μυστικές να flânέψω.

 

Να φλανέψω στα flâneuroτόπια. Εκεί μονάχα ευτυχώ. Αυτό θέλω.

 

βερλιν

(Αν καταλάβατε γρυ, είστε κι εσείς αυτό που εγώ δεν ήξερα ότι είμαι. Κάτι έκανα).

 

Μαρίνα Καρτελιά

 

Αλλόκοτος Ελληνισμός, Μαύρες Διαθήκες, Γραφομηχανούλα (μετάφραση) 

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Νικήτας Σινιόσσογλου  όλα εκδοθέντα στην Κίχλη.

Η θεατρική ομάδα της Θρυαλλίδας σας καλεί και φέτος στις παραστάσεις της …

Θρυαλλίδα

Η θεατρική ομάδα του συλλόγου πολιτιστικής και κοινωνικής παρέμβασης «ΘΡΥΑΛΛΙΔΑ»,
σας καλεί να παρακολουθήσετε τη θεατρική παράσταση:
 
«Δύσκολες εποχές, μίζερες ζωές…»
 
Τα Σάββατα 13 και 20 Απρίλη και τις Κυριακές 14 και 21 Απρίλη 2019 
στις 8.30 μ.μ.
 
στο χώρο της «Θρυαλλίδας», Ηρακλειδών 11-13, Θησείο.
 
Τηλ. Για προσκλήσεις και πληροφορίες: 6931388523.

Η παράστασή μας, είναι μία σκηνική σύνθεση, έξι κωμικοτραγικών καθημερινών επεισοδίων, με θραύσματα διαχρονικής τρέλας.
Όπου οι άνθρωποι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, άλλοτε στις δυσκολίες της οικογενειακής συμβίωσης και στην παράνοια του καταναλωτισμού,
άλλοτε στην έλλειψη επικοινωνίας και την απληστία των εργασιακών σχέσεων και άλλοτε στο πέλαγος των υπαρξιακών τους αδιεξόδων.

Η παρουσία σας, θα μας τιμήσει ιδιαίτερα.

Document-page-001

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Νεφερτίτη

E7F69E26-F751-4C06-A1D4-DCCE54D5DB99.jpeg

 

Τα προπλάσματά της ένα προς ένα τα έσπαγε. Υπήρχε ένα σημείο που έχανε το μυαλό του. Την αυτοκυριαρχία του. Τον επαγγελματισμό του. Μπροστά σε τόση ομορφιά το χέρι του έτρεμε. Και η εμπειρία του καλλιτέχνη πήγαινε περίπατο. Έμενε άναυδος και με τα χέρια κρεμασμένα να τη σκέφτεται. Το μάτια του έκλειναν σφιχτά το βλέμμα της να μην του φύγει. Αλλά το ένιωθε τόσο βαθιά του που δεν μπορούσε να ολοκληρώσει την προτομή της.

Τον στοίχειωνε αυτή η ένταση και δεν μπορούσε να λυτρωθεί. Ένιωθε ότι κάτι του ξέφευγε εκεί κι αν το ´βρισκε θα λυτρωνόταν. Και θα ολοκλήρωνε το έργο του.

Ύστερα από μια ακόμη άυπνη νύχτα στο εργαστήριο που μια πρώτη ηλιαχτίδα έλουσε το εικοστό πέμπτο πρόπλασμα και ανέδειξε μια φλέβα στον κύκνειο λαιμό, κατάλαβε.

Το στοίχημα δεν ηταν η ομορφιά της προτομής. Ηταν αυτή που θα μπορούσε να ανακαλύψει μέσα του. Η τελείωσή του. Αυτή δεν περνούσε μεσα απ´το έργο του. Η δοξολογία του θα ηταν η υπέρβαση του εαυτού του.

Σηκώθηκε όρθιος και στάθηκε με κλειστά μάτια στο παραθυρο που έβλεπε στο Νείλο. Άφησε το ζωοδότη ήλιο να βάψει πορτοκαλί το σκοτάδι κάτω από τα βλέφαρά του και ανέπνευσε βαθιά και αργά.

Ύστερα κάθισε στον πάγκο, πήρε στα χέρια του την τερακότα κι άρχισε να πλάθει τα μάτια της. Ιδιαιτέρως πρόσεξε τις δυο μικρές ρυτίδες που έσκαγαν απ τις κόγχες. Από κει έβγαινε το δικό του φως. Η ωριμότητα της ανακάλυψής του. Όχι της άνασσας.

Το δημιούργημά του ειχε κερδίσει πιθανως την αθανασία. Αλλά αυτή η παραδοχή τον άφησε αδιάφορο. Ετοίμασε γραπτές οδηγίες για τα περιγράμματα των φρυδιών και τα χρώματα του στέμματος στους βοηθούς του και τράβηξε για την κλίνη του.

Εκεί έκλεισε τα βλέφαρα και κοιμήθηκε ήσυχα μετά από πάρα πολύ καιρό. Με το βλέμμα της αγκαλιά.

 

 

O αγαπημένος μου Glenn Gould: Μικρό αφιέρωμα με διαμάντια που μάζεψα ένα-ένα.

Πρώτα απ΄όλα, με τα μάτια του Ιλάν :

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Γεννήθηκε σαν σήμερα, 25 Σεπτεμβρίου του 1932. Το ταλέντο του φάνηκε από πολύ νωρίς. Από τα τρία μόνο χρόνια του μπορούσε να διαβάζει μια παρτιτούρα, ενώ ακόμα δεν ήξερε καν την αλφαβήτα. Το περιβάλλον του ήταν γεμάτο μουσική καθώς ο πατέρας του έπαιζε βιολί και η μητέρα του πιάνο, ενώ η γιαγιά του ήταν ξαδέλφη του Νορβηγού συνθέτη Edward Grieg.

Δεχόταν συχνά επικρίσεις για τις αυθαιρεσίες του στις ερμηνείες του. Αυτός όμως ακολούθησε το ένστικτό του και από το 1964 σταμάτησε τις συναυλίες και αφοσιώθηκε στη σύνθεση και τις ηχογραφήσεις. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1982 ένα σοβαρό εγκεφαλικό διέκοψε την πορεία ενός σπουδαίου ερμηνευτή και διανοούμενου. O Glenn Gould πέθανε στις 4 Οκτωβρίου, χωρίς ποτέ να ανακτήσει τις αισθήσεις του.

 

 

Στη συνέχεια, η μέρα μου βρήκε αυτό, στον τοίχο του Georges Glykofrydis,

Eξαιρετικό ντοκυμαντέρ για τον μεγάλο Glenn Gould.

 

Κι ο ίδιος μιλάει για τον Μπαχ :

 

 

Στις συναυλίες επέλεγε να παίζει χρησιμοποιώντας πάντα μία πτυσσόμενη καρέκλα .

Πρόκειται για το γνωστότερο αντικείμενο που συνδέεται με τον Γκλεν Γκουλντ. Την κατασκεύασε ο πατέρας του ειδικά γι’ αυτόν, μετά τον τραυματισμό του στην πλάτη, ώστε να βολεύεται καλύτερα μπροστά στο πιάνο. Ο Γκουλντ δεν την εγκατέλειψε ποτέ, σε ολόκληρη την καριέρα του (όπως δεν άλλαξε και το Steinway στο οποίο έπαιζε), ακόμα κι όταν είχε καταντήσει ετοιμόρροπη και επικίνδυνη. Η καρέκλα του ήταν μια μόνο από τις πολλές εμμονές του Γκουλντ, ο οποίος, μεταξύ άλλων, φορούσε πάντα γάντια και χοντρά ρούχα και, όταν ήταν στο Τορόντο, έτρωγε κάθε μέρα το ίδιο φαγητό στο ίδιο εστιατόριο: αυγά σκραμπλ. ( Dim/art

Εξίσου ιδιόρρυθμη και έντονη υπήρξε και η σχέση του Γκουλντ με το πιάνο του, με το οποίο είχε αναπτύξει ένα δέσιμο σχεδόν «ερωτικό».[35]

Ο Γκουλντ φοβόταν υπερβολικά το κρύο και συνήθιζε για αυτό το λόγο να φορά ζεστά ρούχα ακόμα και σε θερμά μέρη. Επιπλέον, φοβόταν τις μολύνσεις και τις ασθένειες, έπαιρνε πολλά φάρμακα κάθε είδους και συχνά αισθανόταν πως ήταν άρρωστος, αρκετές φορές χωρίς λόγο.[36] Ο ίδιος έλεγε για την διαφορετικότητά του: «Δεν πιστεύω πως ο τρόπος ζωής μου έχει ομοιότητες με εκείνον των περισσότερων ανθρώπων και είμαι ευτυχής για αυτό. Ο τρόπος ζωής και το έργο μου έχουν γίνει ένα. Αν αυτό είναι εκκεντρικότητα, τότε είμαι εκκεντρικός».[37] Δε θεωρούσε τον εαυτό του «αντικοινωνικό», όπως τον κατηγορούσαν ορισμένοι. Απλώς, τον διέκρινε, όπως είχε δηλώσει, μια «αυτοπειθαρχία υπό τη μορφή απομόνωσης από την κοινωνία», που όπως πίστευε ήταν απαραίτητη σε κάθε καλλιτέχνη ο οποίος επιδίωκε «να χρησιμοποιήσει το μυαλό του για δημιουργικούς σκοπούς».[38]

Θα μπορούσα να μιλώ για τον Γκλεν Γκουλντ ώρες. Κυρίως, απλά κάνοντας ένα πράγμα.

Σιωπώντας. Και με κλειστά μάτια ακούγοντας την ερμηνεία του, στην αγαπημένη μου ΄Αρια, την πιο φημισμένη από τις παραλλαγές του Γκόλντενμπεργκ, από ηχογράφηση στο στούντιο :

 

 

 

 

Ο Victor Zara με τα μάτια του Ιλάν.

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Δεν ξεχνώ

Έφεραν τον Victor και τον διέταξαν να βάλει τα χέρια του στο τραπέζι. Στα χέρια του αξιωματικού εμφανίστηκε ένα τσεκούρι. Με ένα κοφτό χτύπημα έκοψε τα δάχτυλα του αριστερού χεριού και με ένα άλλο τα δάχτυλα του δεξιού χεριού. Ακούσαμε τα δάχτυλα να πέφτουν στο ξύλινο πάτωμα. Το σώμα του Βίκτορ Χάρα σωριάστηκε και έξι χιλιάδες κρατούμενοι ούρλιαξαν. Ο αξιωματικός κινήθηκε προς τον τραγουδιστή φωνάζοντας: «τραγούδα τώρα για την πουτάνα τη μάνα σου», και συνέχισε να τον χτυπάει.

O Victor προσπάθησε να σηκωθεί και σαν ένας υπνοβάτης πήγε προς τις κερκίδες με ασταθή βήματα. Ακούστηκε η φωνή του που μας έλεγε: «Θα ευχαριστήσουμε τον αρχηγό!». Ύψωσε τα χέρια του που έσταζαν αίμα και με μια αγωνιώδη φωνή, άρχισε να τραγουδάει τον ύμνο της Λαϊκής Ενότητας. ‘Όλοι τον μιμήθηκαν. Κι αυτό έκανε τους στρατιωτικούς να αφηνιάσουν.

Δέχτηκε μία ριπή και διπλώθηκε στα δύο. Κι άλλες ριπές ακούστηκαν. Τα σώματα έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο. Οι κραυγές των τραυματιών ήταν τρομακτικές. Αλλά ο Victor δεν τις άκουγε. Ήταν πια νεκρός.

 

 

Víctor Jara (28 Σεπτεμβρίου 1932 – Σαντιάγο, Χιλή, 16 Σεπτεμβρίου 1973)

Το πάθος ενός λαού και η βαθιά από καρδιάς ματιά σε μια κριτική : “Candelaria” – Παναγιώτης Τιμογιαννάκης

Δεν ήθελα να το κάνω διαφορετικά. Του αξίζει μια αναδημοσίευση εδώ. Απολαύστε το.

 

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα κάθονται, σύννεφο, υπαίθριες δραστηριότητες και κοντινό πλάνο

 
Αυτό το «μικρό» φιλμ, αυτό το «μικρό» σε παραγωγή και έκταση αλλά «μεγάλο» σε βάθος, είναι η Κούβα, αυτή είναι η ΨΥΧΗ της! Κι είναι καταπληκτικό το γεγονός πως ο σκηνοθέτης, που εμπλέκεται και στο σενάριο μαζί με μερικούς ακόμα, ο ΤΖΟΝΥ ΕΝΤΡΙΞ ΙΝΕΣΤΡΟΖΑ, είναι ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟΣ κι όχι Κουβανός. Και μπόρεσε κι αισθάνθηκε και κατέγραψε αυτή την τεράστια ΨΥΧΗ.

Το αναφέρω , επειδή στην πολυήμερη παραμονή μου στο νησί είχα δει κι είχα αισθανθεί και συναισθανθεί τα ίδια πράγματα κι όταν διαπίστωσα ότι ξένος κι όχι ντόπιος είναι αυτός που έκανε την ταινία, μου μίλησε ακόμα περισσότερο.

Κι αυτά που συναισθάνθηκε τα μετέπλασε σε σενάριο μαζί με συνεργάτες κι έφτιαξε μια ιστορία η οποία δείχνει ακριβώς αυτή την ψυχή και τοποθετεί τη δράση στη δυσκολότερη περίοδο της Ιστορίας του νησιού, στην «ΕΙΔΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ» όπως την έχουν ονοματίσει οι Κουβανοί – όπως οι Αμερικάνοι την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης και του οικονομικού κραχ που ακολούθησε, την έχουν βαφτίσει σε «prohibition era» ,όπως εμείς εδώ όταν θέλουμε να μιλήσουμε για πείνα χρησιμοποιούμε τη λέξη «Κατοχή» για την περίοδο 1941-44 (ειδικά για το ’41 και ’42..) έτσι κι οι Κουβανοί έχουν δώσει όνομα στα χρόνια 1990-94 , που ήταν τα χρόνια της μεγάλης πείνας και της αφόρητης ένδειας. Είναι τότε που έπεσε το Τείχος του Βερολίνου, κατέρρευσε μαζί του ολόκληρο το Ανατολικό Μπλοκ και διαλύθηκε κι η Σοβιετική Ενωση.

Ξαφνικά η Κούβα τότε ξέμεινε από πελάτες, από προστάτες, από συμμάχους. Δεν είχε ούτε να δώσει ούτε να πάρει. Πείνα και δυστυχία απλώθηκαν σε ολόκληρο το νησί, έλειπαν ακόμα και τα απολύτως απαραίτητα. Τους έκοβαν το ηλεκτρικό πολλές ώρες τη μέρα, υποσιτίζονταν, περνούσαν από γιατρούς που τους εξέταζαν το βάρος ώστε να δουν τι θα κάνουν με τον υποσιτισμό των πολιτών , άρχισαν τότε μαζικές έξοδοι με σχεδίες προς το Μαϊάμι των Ηνωμένων Πολιτειών που βρίσκεται ακριβώς απέναντι και διακρίνεται από τις ακτές, έφευγαν με σχεδίες, πνίγονταν στη θάλασσα ή τους κατασπάραζαν οι καρχαρίες του Ατλαντικού. Κι όλα αυτά για την απόγνωση.

Όπως μου είχε εξομολογηθεί κάποιος μπάτσος στο Τρινιδάδ , πιστός στο καθεστώς, πως ο ίδιος συμμετείχε σε διευκολύνσεις απόδρασης με σχεδίες διότι ήταν κι άτυπη προτροπή του Φιντέλ για κάτι τέτοιο, επειδή ο κόσμος ξεσηκωνόταν λόγω πείνας κι από φόβο μη κι η κατάσταση οδηγηθεί σε ανεξέλεγκτη έκβαση, άφηνε να φύγουν εκείνους που ήθελαν να φύγουν.

Όμως, μέσα σε αυτό τον ορυμαγδό, οι άνθρωποι κατάφεραν να σταθούν όρθιοι. Κι είναι αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση το περισσότερο, κι είναι αυτό που είχα πάρει μαζί μου φεύγοντας από την Κούβα, αυτή η περίεργη ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων για τη Ζωή. Μια άλλη φιλοσοφία. Πως υπάρχει κάτι βαθύτερο με το οποίο μπορούν κι επιβιώνουν.

Κι αυτά όλα τα ξαναβρήκα, τα ξαναείδα μπροστά μου, ακριβώς έτσι, στην οθόνη του κινηματογράφου. Βλέποντας αυτή την ταινία.

Το είχα αποδώσει όλο αυτό των Κουβανών, όσο έμεινα κι όσο τους έζησα, στο αφρικανικό DNA τους που έρχεται και μπλέκεται με την Καραϊβική και παράγει μια άλλη καθημερινή φιλοσοφία. Μια αχαλίνωτη σχέση με το σεξ, ένα πάθος που δεν ορίζεται, μια διαφορετική σχέση με τη Ζωή και το Θάνατο, η έμφυτη σχέση με τη μουσική και το χορό ακόμα κι όταν δεν το επιτρέπουν τα κιλά τους ή από ηλικία κι ανημπόρια δεν τους βαστούν πιά τα πόδια τους..

Μα κι αυτό το βρήκα στην ταινία. Το είδα κι αυτό όπως κι όλα τα προαναφερθέντα κι όλα αυτά τα είδε στην Κούβα κι ο Κολομβιανός που έκανε το φιλμ. Για το αφρικανικό DNA μιλά κι ένας χαρακτήρας του δράματος, ένας που ετοιμάζεται να την κοπανήσει με σχεδία για τις ΗΠΑ. Λέει και μια άλλη καταπληκτική φράση προς τον ηλικιωμένο κεντρικό ήρωα : «Γέρο μου, είσαι σαν κι αυτό εδώ το ερειπωμένο κτίριο. Κι αυτό το κτίριο είναι σαν την χώρα. Δεν επισκευάζεται αλλά και δεν κατεδαφίζεται!»

Διότι όλα όσα σας έγραψα παραπάνω δεν είναι μάθημα Ιστορίας, περιγραφή του σεναριακού πλαισίου είναι, στο οποίο θα κινηθεί η ιστορία που θα δούμε. Κι αυτό το πλαίσιο μπαίνει και βγαίνει κάθε τόσο στην ταινία , η εξέλιξη της πλοκής και του μύθου κι η ανάπτυξη των χαρακτήρων, τόσο των δύο βασικών όπως και των επικουρικών, συνδέονται άμεσα με το χώρο και την κατάσταση, με απλά λόγια ΕΧΟΥΝ ΤΟΠΟ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟ, ΕΧΟΥΝ ΡΙΖΕΣ! Μεγάλη υπόθεση αυτό στην Τέχνη και ειδικότερα στη σεναριογραφία!!!!!!!!!!!!

Το story, όμως, που εντάσσεται σε αυτό πλαίσιο καθώς κι η σκηνοθεσία που το ακολουθεί και το αναδεικνύει ακριβώς επειδή εναρμονίζεται μαζί του, δεν είναι ένα άμεσο πολιτικό δράμα. Ούτε ένα κήρυγμα ούτε τίποτε τέτοιο. Είναι μια τρυφερή, αγαπησιάρικη έως και βαθύτατα ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δύο γερόντια, που εξακολουθούν να ποθούνται και να κάνουν και σεξ. Είναι δύο απίθανοι τύποι ο γέρος κι η γριά, που κοιτάνε να την βγάλουν όσο πιο καθαρή μπορούν στην πείνα που μαστίζει, στο σπίτι που ερειπώνεται, στο πολύφωτο που δεν ανάβει και κινδυνεύει να πέσει καμιά ώρα να τους πλακώσει. «Σκέψου» λέει κάποια στιγμή ένας εκ των δύο στον άλλο «να πεθάνουν δυό υποσιτισμένοι γέροι στην Αβάνα όχι εξ αιτίας της ασιτίας αλλά λόγω του πολυελαίου που τους ήρθε στο κεφάλι». Το έργο έχει διαρκές ,κι απίστευτο χιούμορ. Το χιούμορ και η γλύκα το διαπερνούν διαρκώς. Αυτή η φτώχια έτσι όπως αποτυπώνεται στο φιλμ κι όπως αναδεικνύει τους ήρωες, προσφέρει στον θεατή τρομερή ΕΥΦΟΡΙΑ. Και γλύκα ατελείωτη.

Ο γέρος λοιπόν κάνει κάτι μικρολαθρεμποριάκια με πούρα μπας και τη βγάλουν, η γριά δουλεύει πλύστρα και το βράδυ εμφανίζεται με μια μπάντα σε ένα από αυτά τα αναρίθμητα club της Αβάνας που δεν χρειάζεσαι πολυτέλειες, πας κι ακούς και «φεύγεις».. Μιά μέρα η γριά βρίσκει μέσα στον κάδο με τα άπλυτα εκεί που δουλεύει, μία κάμερα. Την παρακρατεί , την πάει στο γέρο, του λέει να την πουλήσουν, ο γέρος φοβάται μην τους πιάσουν, τελικά η κάμερα θα φτάσει στα χέρια ενός «μαυραγορίτη» και λαθρέμπορα, που θα τους δώσει κάτι ψιχία, αλλά με αυτά θα φάνε λίγο χοιρινό. Μα τους περιμένουν… πλούτη. Διότι μέσα στην κάμερα υπάρχει φιλμ όπου ερασιτεχνικά ο γέρος με τη γριά το είχαν ανοικτό όταν έκαναν το τρυφερό τους σεξ. Και το φιλμ ανακαλύπτεται τυχαία από τον μαυραγορίτη ο οποίος το σκέφτεται εμπορικά, το δείχνει σε τουρίστες από εκείνους που πάνε στην Κούβα έχοντας στο μυαλό τους «αλλόκοτες καταστάσεις», οι τουρίστες δίνουν του κόσμου τα λεφτά,ο λαθρέμπορας το ανατυπώνει και το πουλά πλουσιοπάροχα και ζητά από το γέρο και την γριά να συνεχίσουν να καταγράφουν τις ερωτικές τους συνευρέσεις διότι οι τουρίστες τις ζητούν κι αποφέρουν κονόμα…

Περιττό να πω, κι εδώ αξίζει ένα ακόμα «μπράβο» ο σκηνοθέτης ως σκηνοθέτης, που κατάφερε με δύο γυμνά, γερασμένα σώματα, να δείχνει ερωτική πράξη, να τους δείχνει γυμνούς κι όχι αποστροφή να μην προκαλείται αλλά να απολαμβάνεις τη γλύκα τους διότι αυτοί καταγράφουν τον έρωτα που θα έκαναν έτσι κι αλλιώς. Και τι ωραίο πράγμα που είναι να μην έχει ο έρωτας ηλικία ούτε σταματημό, να ποθούνται οι δύο άνθρωποι και να το απολαμβάνουν τόσο πολύ και οι δύο και σε αυτή την ηλικία μετά από τόσα χρόνια ερωτικής συνύπαρξης….

Κι έρχεται κι η ανατροπή η οποία είναι άκρως δραματική, μας έχει προετοιμάσει από νωρίς αλλά πολύ διακριτικά, σχεδόν ως υπόδειξη, ούτε καν ως επίσημη αναφορά, και δεν θα πω τίποτε επ αυτού διότι καλείται ο θεατής να το ζήσει και να το απολαύσει. Θα πω μόνο δύο πράγματα: 1) όπως δεν μας απώθησε η ερωτική συνεύρεση δύο γερασμένων σαρκών, έτσι και δεν μας ψυχοπλακώνει, αντίθετα μας γλυκαίνει, η δραματική στροφή του σεναρίου που είναι να μας οδηγήσει στο φινάλε, 2) είναι πολύ δουλεμένες οι ατάκες του φινάλε, πολύ περιεκτικά γραμμένες, που σοφά το σενάριο επέλεξε να μας μιλήσει και για το κλείσιμο της ζωής στην Κούβα, για τον Θάνατο. Και δείχνει τη φιλοσοφία του κουβανικού λαού και πάνω στο θάνατο είτε στην εκδοχή της απόδρασης με τη σχεδία είτε στο να μείνεις και να πεθάνεις στην Αβάνα.

Μόνο γλύκα παίρνει κανείς μαζί του, μόνο ευφορία, μόνο λατρεία για αυτό το γεροντικό ζευγάρι που δεν έχω νιώσει ποτέ στο σινεμά όσα έργα κι αν έχω δει με γεροντικά ζευγάρια, παιγμένα κι από μεγάλους ηθοποιούς, σαν κι αυτό που ένιωσα με τούτους τους δύο. Τους αναφέρω ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ, είναι ο ΑΛΝΤΕΝ ΝΑΪΤ κι η ΒΕΡΟΝΙΚΑ ΛΥΝ – η τελευταία είναι μεγάλο όνομα στην Κούβα, στο θέατρο, στην τηλεόραση και στο τραγούδι. Η Λυν ερμηνεύει με τη φωνή της και τραγούδια της ταινίας και βγάζει ακόμα περισσότερη γλύκα. Κι ο Νάιτ, τι ωραία που παίζει τον γέρο του, που τον αποκαλούν «Βίκτωρ Ουγκό»

Ο Βίκτωρ Ουγκώ κι η Καντελάρια!

Ένα καινούργιο ζευγάρι της κινηματογραφικής μυθοπλασίας. Τους αγαπώ όσο την Κέιτι Μορόσκι και τον Χάμπελ Γκάρντινερ, το ζευγάρι του «THE WAY WE WERE»

Ο Βικτωρ Ουγκώ κι η Καντελάρια.

Panagiotis Timogiannakis

Πηγή : Pantimo
10 Σεπτεμβρίου 2018

 

.——

 

Και μια πινελιά δική μου για το τέλος. Δεν ξέρω καν αν ακούγεται στην ταινία, δεν την έχω δει ακόμα, θα την δω οπωσδήποτε.

 

 

Οι Εβραίοι της Κρήτης και το ναυάγιο του «Δαναϊς» (αναδημοσιεύει ο Ιλάν).

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, ωκεανός, υπαίθριες δραστηριότητες και νερό

 

Πρωτοχρονιά για κάποιους σήμερα, κι εγώ επιμένω να θυμάμαι.

Στις 7 Ιουνίου 1944 στις 03:00 το ξημέρωμα, ελάχιστους μήνες πριν την λήξη του πολέμου, κοντά στις ακτές της Σαντορίνης το Ελληνικό πλοίο «Δαναΐς», με γερμανική σημαία, βυθίστηκε συμπαρασύροντας στον βυθό 119 Ιταλούς στρατιώτες, 250 Κρητικούς τους οποίους κρατούσαν στις φυλακές γιατί θεωρούνταν επικίνδυνοι για τις κατοχικές δυνάμεις, αλλά και τους 350 Έλληνες Εβραίους της Κρήτης. «Μετοικεσία των Εβραίων» ονόμασαν το φονικό πογκρόμ εναντίον μιας κοινότητας που τα αρχαία ιστορικά κείμενα καταγράφουν την παρουσία της στο νησί από τον πρώτο αιώνα π.Χ.

Αυτό που δεν έχει ως τώρα καταγραφεί: εκείνοι που τους είχαν εμπιστευθεί την κινητή τους περιουσία, τους πρόδωσαν στους Γερμανούς και εκείνοι έγιναν τα μεγαλύτερα οικονομικά ονόματα της πόλης των Χανίων.

Κάποιοι μελετητές ισχυρίζονται ότι το «Δαναΐς» βούλιαξε από συμμαχική ενέργεια – ότι τορπιλίστηκε από το βρετανικό υποβρύχιο «Vivid» – και άλλοι ότι το πλοίο το βύθισαν οι ίδιοι οι Γερμανοί, τινάζοντας τους κρουνούς του αμπαριού του με ωρολογιακές βόμβες, κοντά στη Σαντορίνη. Τα συμμαχικά πλοία δεν είχαν λόγο να βουλιάξουν το πλοίο με τις 600 ψυχές. Οι Γερμανοί έτσι πέτυχαν «διπλό» στόχο. Και τους Εβραίους της Κρήτης εξαφάνισαν και τους επικίνδυνους Κρητικούς ξεφορτώθηκαν και τους χαραμοφάηδες Ιταλούς.

Στις αρχές του Ιουνίου 1944, οι Ηρακλειώτες συγκλονισμένοι έβλεπαν να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια τους το δράμα των Εβραίων της Κρήτης, ανάμεσα τους και 88 παιδιά ως 16 ετών, που οι Γερμανοί είχαν συγκεντρώσει πάνω στα τείχη. Μόλις μαθεύτηκε ο ερχομός τους, έσπευσαν να τους περιθάλψουν. Στα Χανιά συνέλαβαν 219 Εβραίους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Σχημάτισαν μια μεγάλη φάλαγγα και τους συνόδευαν ένοπλοι πάνω σε μοτοσικλέτες και αυτοκίνητα μέχρι και το Ρέθυμνο, όπου έφτασαν ύστερα από τρεις μέρες. Στη φάλαγγα πρόσθεσαν και τους λίγους Εβραίους του Ρεθύμνου, τους οποίους είχε συλλάβει η γερμανική αστυνομία Ρεθύμνου και η πορεία συνεχίστηκε άλλες έξι μέρες μέχρι το Ηράκλειο…

«Και το μπουλούκι αυτό που προκαλούσε τη φρίκη και τον πόνο, κάθε στιγμή μεγάλωνε και πλήθαινε. Ερχόντουσαν και άλλοι, και άλλοι. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά, μωρά άρρωστα από τα νοσοκομεία, παράλυτοι επάνω στα φορεία. Διέσχισαν την Κρήτη με τα πόδια. Τραβούσαν μαζί τους ότι μπορούσε να μεταφερθεί σε ένα σακούλι στην πλάτη. Φορτωμένοι σαν ζώα, νηστικοί, διψασμένοι, περπάτησαν ώρες. Στο δρόμο άφηναν τα παπούτσια των, στις πέτρες των δρόμων μάτωσαν τα πόδια τους… Άρχισαν να ελπίζουν, μάταια τονωμένοι από τις περιποιήσεις μας και τη στοργή μας. Και μεις είχαμε στην ψυχή μας την κρυάδα του θανάτου, γιατί ξέραμε καλά πως ένα βαπόρι στο λιμάνι τους περίμενε και πως το βαπόρι αυτό δεν επρόκειτο ποτέ να φτάσει σε ένα άλλο λιμάνι… Έπεφταν στην αγκαλιά μας και μας εκλιπαρούσαν, εμάς τα αδύνατα πλάσματα, να τους κρατήσουμε κοντά μας. Οι γυναίκες ξεμαλλιασμένες, άλλες με τα μωρά στην αγκαλιά, άλλες με τα χέρια σηκωμένα ψηλά, φώναζαν και θρηνούσαν, οι άρρωστοι βογκούσαν ξαπλωμένοι χάμω και χωρίς να βρίσκουν την δύναμη να σηκωθούν… κι αυτοί μπήκαν στη γραμμή και με τουφέκια και πολυβόλα και με τάνκς οδηγήθηκαν εκεί απ’ όπου δεν θα ξαναγύριζαν ποτέ… Γερμανοί της Γκεστάπο με χτυπήματα και βρισιές κλειούσαν τα μαγαζιά κι έδιωχναν τον κόσμο, για να μην αντικρίσει το φριχτό δράμα των μελλοθανάτων… -Έχετε γεια, πάρτε τα παιδιά μας, φώναζαν με βραχνές φωνές. Βαφτίστε τα, κάντε τα δικά σας. Μα μην τ’αφήνετε να χαθούν μαζί μας…»
Γ. Κάββος, »Κατοχή και Αντίσταση στην Κρήτη», έκδοση 1991

«Ο ήλιος βιάστηκε να κρυφτεί, για να αποφύγει τη μακάβρια αυτή εικόνα που θα επακολουθούσε. Το ανοιξιάτικο σούρουπο με τις πένθιμες ομίχλες τύλιγε σαν ένα απόκοσμο σάβανο την θλιβερή αυτή ανθρωπομάζα. Τα νυχτοπούλια,οι μελαγχολικές μελωδίες τους, συνέθεταν μια επικήδεια ωδή ασύλληπτη σε σπαραγμό και οδύνη. Το Δαναΐς σαν δραπέτης της κόλασης χάθηκε στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας που είχε απλωθεί»…

Αφηγείται ο Ευτύχης Μαλεφάκης, στα “Χανιώτικα νέα” (1995)

 

Η εικόνα ίσως περιέχει: 5 άτομα, άτομα κάθονται
Η εικόνα ίσως περιέχει: 7 άτομα, άτομα στέκονται
Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το κείμενο αναδημοσιεύεται στον τοίχο του Ilan στο φέισμπουκ από ανάρτηση που έκανε για το θέμα η Σοφία Μπολιώτη.

 

Πού είναι οι νεκροί.

 

 

 

Απέναντί μου στέκονταν με κοιτούσαν με ανέκφραστα μάτια. Κενό βλέμμα, πρόσωπο σταχτί, δέρμα ρυτιδιασμένο όπως οι χτυπημένοι από ραδιενέργεια στο Ναγκασάκι. Δε μιλούσαν, κοιτούσαν μπροστά, κλειδωμένα, με στόματα μισάνοιχτα μου ανέδιναν φορμόλη. Ρούχα κουρέλια και όλοι με ένα μαύρο φερμουάρ σ΄όλο το ύψος κάθε χεριού, σα να κούμπωνε την ύπαρξή τους όλη.

Εμείς στην άλλη μεριά, οι υπάλληλοι. Ορκισμένοι, τοποθετημένοι, καθιστοί, αμέτοχοι. ΄Η σχεδόν αμέτοχοι. Τα πλήκτρα χτυπούσαν, οι φωνές μιλούσαν, οι παράμετροι του συστήματος καταχωρούνταν, κάπου η μηχανική υποστήριξη των δακτύλων υποχωρούσε γιατί ακούγονταν φράσεις όπως «Ναϊσκος Αγίου Ιωάννου» – σκεφτόμουν τη γιορτή του Αγιάννη στα Μυκονιάτικα, όταν ερχόταν η μέρα το καλοκαίρι σήμαινε το τέλος του, τέτοιες μέρες περίπου ήταν, «Ποσειδώνος» στους άλλους δεν έλεγε τίποτε, εμένα όμως εκεί είναι το σπίτι μου, η φωλιά μου, το κρυφτό μου, το ποδήλατό μου.

Σάββατο ήταν, απογεματινή βάρδια με έβαλαν, φοβόμουν το φόρτο, μη και δεν ανταπεξέλθω, μην πατήσω τον όρκο, όμως απέναντι μου στην οθόνη, έβγαιναν μαζί με τις αιτήσεις και τα Ε1 και τα Ε9, και οι λέξεις κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, δεν είναι είναι η κλίμακα του Ντελακρουά, χαρακτηρισμοί είναι, το κόκκινο είναι καμένο, παράξενο να είναι κάρβουνο και να μην το αποκαλούν μαύρο, «ολοσχερώς» δήλωναν υπευθύνως, είχαν τη ψυχραιμία να γράψουν αυτό «το σπίτι μου καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την πυρκαγιά»…..

Οι φιγούρες απέναντί μου είχαν πλησιάσει τώρα, πώς μετακινήθηκαν όλοι μαζί καθιστοί δεν ξέρω, ήταν στους δέκα πόντους και όλο ζύγωναν, απ΄το μέρος τους ερχόταν ένας υπόκωφος αναστεναγμός, έγινε οιμωγή συρτή και υπόγεια όσο περνούσαν τα λεπτά, επέμενε στ΄αυτιά μου να λέει κάτι ακατάληπτο όσο κι επιτακτικό. Ξάφνου σταμάτησαν να κινούνται, στάθηκε το βλέμμα τους πάνω μου, άρχισαν να κατεβάζουν αργά τα φερμουάρ.

΄Ηξερα τι θα δω και δεν ήταν ώρα ακόμα. «Σταματήστε.
Θα σας υπηρετήσω μέχρις εσχάτων. Το ορκίζομαι».

Οι νεκροί του Ματιού με λυπήθηκαν. Αγκαλιάστηκαν μεταξύ τους και στον τοίχο πίσω μου με προσπέρασαν και κόλλησαν τα χαώδη τους χαμόγελα.