Ο Keith Jarrett με τα μάτια του Ιλάν.

d425d41d-4069-419c-8292-b4e5433fa455-e1508404633612.jpegΚρυωμένος και καταταλαιπωρημένος στη διάρκεια της πανευρωπαϊκής του περιοδείας ο τριαντάχρονος αμερικανός πιανίστας πείθεται από τη νεαρή διοργανώτρια, την τολμηρή 17χρονη Vera Brandes, να παίξει στην πρώτη μεταμεσονύχτια συναυλία τζαζ που επιτράπηκε ποτέ στην κεντρική σκηνή της ΄Οπερας της Κολωνίας.

Βρίσκει εκεί να τον περιμένει ένα εντελώς ακατάλληλο Bösendorfer πιάνο, ικανοποιητικό μόνο για πρόβες. Ο Jarrett αρνείται να εμφανιστεί στο κοινό που τον προσμένει με ενθουσιασμό. Η μικρή Βέρα τον ικετεύει, τον μεταπείθει και τ΄αποτέλεσμα είναι αυτό : Ο κορυφαίος αυτοσχεδιαστής παίζει εκνευρισμένος μόνο στις μεσαίες νότες του πιάνου, γιατί οι ψηλές ήταν πολύ λεπτές και οι μπάσες ηχούσαν αδύναμες. Αυτός ο μεσαίος «Ροκ» ήχος, οι επίμονες ρυθμικές επαναλήψεις, οι κραυγές έντασης και τελικά ικανοποίησης, οφείλονται στο λόγο αυτό.

Το «Κοντσέρτο της Κολωνίας» παραμένει το πρώτο σε πωλήσεις σόλο άλμπουμ στην Ιστορία της Jazz. ΄Ηταν 24 Ιανουαρίου του 1975.

Το πιάνο δεν ήταν κακό. Απλά δεν πληρούσε τις προδιαγραφές του Keith, ελαφρά ταλαιπωρημένο και με ανισομερείς αρμονικές ηχοπειφάνειες – μαθημένος στα oλοκαινούργια και ακριβώς χορδισμένα και ισοβαρή Steinway. Βέβαια, μετά το επεξεργάστηκε αριστοτεχνικά στα studios της ΕCM ο Μάγος Manfred Eicher…. ΄Ολος ο δίσκος έχει εκδοθεί και σε πλήρη παρτιτούρα από έναν «τρελό» Ιάπωνα που έκατσε και το επεξεργάστηκε τέλεια νότα-νότα από τον οίκο Schott. (Σ.τ.Ι. – Συμπλήρωση του Ιλάν).

 

 

 

Advertisements

Η Ζωή Ρηγοπούλου περιγράφει τον Γιάννη Δαλιανίδη.

Πριν 7 χρόνια έγραψα…
ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΓΙΑ ΦΙΛΗΜΑ ΘΑ ΦΟΡΑΝΕ ΠΑΝΤΑ ΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΤΙΣ ΧΑΝΤΡΕΣ

Ο Γιάννης ο Δαλιανίδης ήταν το πιο ροκ άτομο που γνώρισα. Γιατί τον γνώρισα καλά και δούλεψα μαζί του πολλές φορές. Σε μια εποχή που το σινεμά είχε σαν μοντέλο του νεοέλληνα τον φτωχό μετανάστη ή τον επίσης φτωχό αλλά τίμιο βιοπαλαιστή ή τον –πάντα φτωχό- φιλομαθή φοιτητή που έχει μια ζωή δύσκολη, συνυφασμένη με το κλάμα και τη χαροκαμένη μάνα του, ο Γιάννης θέλησε να φέρει στην Ελλάδα κάτι απ’τη χαρά, την ξεγνοιασιά και την –ανεδαφική αν θες-αισιοδοξία του Αμερικάνικου μιούζικαλ.

Γιατί ο Γιάννης ήταν χορευτής. Σαν χορευτής ξεκίνησε και παρέμεινε λάτρης του χορού και των σπουδαίων ξένων χορευτών. Όλων των χορευτών. Και του κλασσικού και της κλακέτας και της ντίσκο και του ραπ. Έβλεπε Michael Jackson και μελετούσε μια-μια τις κινήσεις του. Ο Γιάννης που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ο ίδιος πρωταγωνιστής σε μια κλαψιάρικη ταινία, μια και ήταν παιδί υιοθετημένο, φτωχό και αριστερών πεποιθήσεων (τι συνδυασμός!)

Κι όμως…Εκτός του ότι δεν πούλησε ποτέ την αριστερή του ιδεολογία, δεν πούλησε και την «δακρύβρεκτη» ιστορία της ζωής του. Να φανταστείς ότι οι περισσότεροι με τον θάνατό του έμαθαν για τις αριστερές του καταβολές επειδή είχε ζητήσει να γίνει πολιτική η κηδεία του και όχι θρησκευτική.

Ακόμα και οι δραματικές ταινίες που γύρισε-στην δεκαετία του ’60 πάντα- μιζέρια δεν είχαν. Για τις κωμικές δεν το συζητώ! Τις ξέρεις καλά. Η Καραγιάννη να κυνηγάει τον Βουτσά για να του κόψει τούφα και να του κάνει μάγια… ο μοναδικός Χρόνης Εξαρχάκος να χορεύει χορό της κοιλιάς ντυμένος χανουμάκι «Τράβα μαλλί, ανεβαίνουμε»… η Βλαχοπούλου μοδίστρα με το αθάνατο – Σούζυ τρώς, Σούζυ και ψεύδεσαι και τρώς!-
Σκηνές ανθολογίας! Σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε να σηκώσει κεφάλι απ’τον μετεμφυλιακό σκοτωμό έβαλε μποά, πέρλες και μουσική. Ψεύτικα, ναι. Ακόμα και ζωγραφιστά πολλές φορές. Αλλά την ίδια στιγμή τόσο γνήσια. Τόσο απενοχοποιημένα!

Δούλεψα μαζί του πολύ αργότερα. Σε τηλεοπτικούς καιρούς. Οι οποίοι ουδεμία σχέση είχαν με εκείνη την παλιά εμπνευσμένη εποχή. Εκείνος όμως είχε πάντα το ίδιο κέφι. Μην φανταστείς ότι ήταν τίποτα γλυκούλης και χαριτωμένος στη συνεργασία. Κάθε άλλο. Σκληρός και άτεγκτος στη δουλειά. Αλλά έντιμος και ντόμπρος. Και παθιασμένος. Παθιασμένος και με τους ανθρώπους και με ό,τι καταπιανόταν. Δεν ανεχόταν τον ατάλαντο.Όταν πάλι του άρεσε κάτι που έκανες ήταν σωστό περιβόλι!

Τα τελευταία χρόνια όταν συναντιόμαστε τον ρώταγα: Πότε θα κάνουμε ένα μιούζικαλ μαζί επιτέλους όσο ακόμα παίρνω τα πόδια μου; -Πέρασαν εκείνοι οι καιροί Ζωή μου, δεν έχω τις ίδιες αντοχές, απαντούσε.
Κι όμως…Όσο έχουμε τα νιάτα-έστω και μόνο στην οθόνη-μένουμε πάντα παιδιά! Καλό σινεμά εκεί πάνω Γιάννη μας!

 

(από τον προσωπικό λογαριασμό της Ζωής Ρηγοπούλου στο φμπ).

 

 

 

H Annita O’Day με τα μάτια του Ιλάν.

Πόσα ακόμα όμορφα πράγματα θα μάθουμε για σημαντικούς καλλιτέχνες…. Ο  Ilan ρίχνει το βλέμμα του στην Annita O’ Day …..

annita o day.jpg

Anita O’Day, born Anita Belle Colton (Oct 18, 1919 – 2006)

 

Όταν στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 το ροκ έστελνε την τζαζ στα αζήτητα, στον κατήφορο ακολούθησε και η ίδια, συντείνοντας στην προσωπική της κατάρρευση με τον εθισμό στην ηρωίνη που παραλίγο να την στείλει στον τάφο. Επιστρέφοντας στα επίγεια, η γεννημένη σαν σήμερα 18 Οκτωβρίου του 1919 Anita O’Day έζησε ως το τέλος ήρεμα στη Νότια Καλιφόρνια.

Από τα 14 χορεύτρια στους λαϊκούς θιάσους της επαρχίας, η Anita Belle Colton βρέθηκε το 1941 στην μεγάλη ορχήστρα του ντράμερ Gene Krupa. Ακολούθησαν οι πρώτες μεγάλες επιτυχίες με την Ορχήστρα του Stan Kenton, αλλά ήταν το δισκογραφικό της ντεμπούτο με την Verve που την έφερε κοντά στο μεγάλο κοινό, τραγουδώντας δίπλα στους μεγάλους της εποχής. Τον Louis, την Dinah, τον Shearing ή τον Monk. Η παρουσία της ανάμεσα τους στη σκηνή του περίφημου Φεστιβάλ του Newport, το 1958, την έκανε παγκόσμια γνωστή.

 

 

 

 

Συνειδητότητα.

Η αντανάκλασή μου καθρεφτίζεται στο τζάμι

Δεν αφορά κανέναν

΄Εξω από μένα

Να δείχνω τι;

Το πρόσωπό μου είναι μια εικόνα

Αυτό που σημαίνει είναι μέσα

Στο κρανίο

Σκέψεις, λέξεις και χρώματα

Που φανερώνονται

΄Οταν ο άλλος θέλει

Να τα δει

Αλλιώς το χέρι μου μετράει

Που δείχνει τα βιβλία

Γεμάτα λέξεις

Και αξία

Για με

Την αναξία.

 

© Μαρία-Νεφέλη Δήλου

Οκτώβρης ’17

 

Gimme Shelter Festival. Με τη Louisa Solomon-Panta.

Διαβάσαμε  για το Gimme Shelter Festival:

 

“Ζωές αλλόκοτες, ζωές δυσνόητες, για κάποιους αποκρουστικές, στο «πικ» της υπερβολής, για άλλους αξιοζήλευτες, άρρηκτα συνδεδεμένες με την επαναστατικότητα της ψυχής, με μια μεγάλη πτυχή της έννοιας του ροκ εντ ρολ και την άνευ ορίων και φραγμών δράση.

Όπως και να ‘χει, ήταν ο θρυλικός, θεατρικός, άτακτος, ζωηρός και.. «υπερπολύτεκνος» μπλουζίστας Screamin’ Jay Hawkins, και οι The Rolling Stones. Εκείνοι που χαρακτηρίστηκαν ως η πιο επικίνδυνη μπάντα του πλανήτη και ας ήταν ακίνδυνοι, γεμίζουν ακόμη στάδια, η κρίση του Τύπου, των «άλλων» που δεν χώνεψαν ποτέ και των απελπισμένων γονέων, ήταν για εκείνους απλά διασκεδαστική, βίωσαν ακραίες στιγμές παραληρήματος μπροστά στο εκστασιασμένο κοινό τους, τις οποίες δεν κατόρθωσαν ούτε οι ίδιοι να ερμηνεύσουν και άνοιξαν τους δρόμους εκείνους που νοηματοδότησαν και «εδραιώσαν» τη θέση των εξαγριωμένων, νεαρών θαυμαστών τους, μέσα σε μία κοινωνία, οι επιταγές της οποίας τους έκαναν έως τότε να νιώθουν πως ασφυκτιούν.

Εχθές το βράδυ λοιπόν, βρεθήκαμε στη δεύτερη, διπλή προβολή του Gimme Shelter Film Festival στο Gagarin 205 όπου και παρακολουθήσαμε τα μουσικά ντοκιμαντέρ- φιλμ «Screamin’ Jay Hawkins: I put a spell on me» σε σκηνοθεσία του μοναδικού Νίκου Τριανταφυλλίδη και «The Rolling Stones: Crossfire Hurricane» και κάπως έτσι, οι Δευτέρες μας μέχρι και τον Δεκέμβρη, θα αποκτούν λίγο παραπάνω νόημα.

Το όραμα του Νίκου Τριανταφυλλίδη αναγεννήθηκε, συνεχίζεται από ανθρώπους που διακατέχονται από το ίδιο πάθος για δημιουργία και μας περιμένει να το αγκαλιάσουμε. Ραντεβού την επόμενη Δευτέρα.”

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Louisa Solomon-Panta (από τον προσωπικό της λογαριασμό στο φμπ).

O Ιλάν αφουγκράζεται τον T-Bone Walker.

Φωτογραφία του Ilan Solomon.

Aaron T-Bone Walker (1910 – 1975)

 

Φτάνω αργά. Η αίθουσα τελετών του τοπικού λυκείου ήταν γεμάτη από ντόπιους φαν της παλιάς τζαζ που εκδήλωναν την ευαρέσκεια τους στα δυο τρία τοπικά ερασιτεχνικά συγκροτήματα Dixieland Jazz που άνοιξαν το πρόγραμμα με κέφι. Στη σκηνή, ένα σετ τύμπανα κι ένα βαρύ Hammond όργανο περίμεναν τους χειριστές τους.

Πρώτος κάθισε στο δίσκαλο Β-3 του, ευρύσωμος κι αφράτος, ο οργανίστας Milt Buckner που σε λίγο υποδεχόταν τα μεγάλα χαμόγελα του ιστορικού τεχνίτη των ντραμς της ορχήστρας του Basie, τον Papa Jo Jones. «Μ’ ένα χέρι, με κανένα!» φώναζε γελώντας προς το κοινό με υψωμένα τα χέρια, αγγίζοντας τα πλήκτρα όχι πάντα με τα δάχτυλα του. Το ηχητικό αποτέλεσμα ήταν απολαυστικό ακόμα κι όταν χρησιμοποιούσε τα πλούσια προσόντα της περιφέρειάς του.

Το γλέντι είχε ανάψει όταν με το λεπτό μουστακάκι, το gassed back μαλλί και το σωληνωτό κοντό παντελονάκι που άφηνε να φανεί το άσπρο σοσονάκι, με την Gibson κρεμασμένη στο πλευρό του κι έναν Fender ενισχυτή στο χέρι, γελώντας ξεκαρδιστικά, ψάχνοντας πρίζα για να συνδεθεί (»where can I plug this?»), ο σταρ της βραδιάς, ο μυθικός κιθαρίστας και συνθέτης του Stormy Monday Blues ανέβηκε με το γατίσιο βήμα του στη σκηνή.

Και η νύχτα αυτή στην υγρή ελβετική επαρχία μου έμεινε αξέχαστη.

 

Από προσωπική ανάρτηση του Ilan Solomon.

 

 

 

 

Yves Montand d’après Ilan.

Ιλάν μιλάει για τον Yves Montand.

 

A9B31CE2-BF84-4916-BC50-629846D823CE.jpeg

Ήταν ένας ενεργός Γάλλος πολίτης. Αντάρτης με τους Παρτιζάνους του Β’ Παγκόσμιου, διαδηλωτής με τους εργάτες και τους φοιτητές του Μάη του ’68. Κι αν ζούσε σήμερα, θα ριγούσε με όσα θα συναντούσε.

Η Edith Piaf, η Simone Signoret, η Marilyn Monroe ήταν ανάμεσα στις αγαπημένες αυτού του αγωνιστή κατά του κατακτητή, του ασυμβίβαστου Αριστερού ακτιβιστή, του αξεπέραστου τραγουδιστή και μοναδικού ερμηνευτή με την ανεπανάληπτη φωνή. Ταινίες πολιτικές με λαμπρή διαδρομή, του χάρισαν παγκόσμια φήμη: «Z» (1969), «Η Ομολογία» (1971), «Κατάσταση Πολιορκίας» (1973) …

«Η Γαλλία πένθησε τον Yves Montand σαν έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας», έγραψε για αυτόν ο Βασίλης Βασιλικός την ημέρα του 1991 που έφυγε απρόσμενα στα 70 του χρόνια.

Γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 13 Οκτώβρη του 1921.

 

 

 

12-10-1944. Μέρος Δεύτερο. Αγίου Μηνά 11.

Το πιο συγκινητικό ειναι οι ιστορίες. Όπως αυτή της Βικτωρίας Μπενοζίλιο, της κ. Γκατένιο. Το χρωστούσα. Στο Μωϋσή και την Αριάδνη, τους ήρωες στο  «10 ώρες δυτικά». Στο μνημείο στο ΑΠΘ. Στους αντάρτες της Θεσσαλονίκης.

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Στη Θεσσαλονίκη η πόρτα του μουσείου ήταν σιδερένια. Βαριά. Γκρι αμείλικτο ήταν το μέταλλο. Σχεδόν ένιωσα τη γεύση του στη γλώσσα. Μύριζε χώμα, σίδερο και βροχή σαν του πρωινού εκείνου. Στο πόμολο ειχε καθίσει η υγρασία της πόλης.

΄Επρεπε να είσαι ξεκούραστος για να σπρώξεις να μπεις. Να μην είσαι εξαντλημένος. Να μην πεινάς. Να μην έχεις περπατήσει πολύ. Να μην έχεις βασανιστεί. Να μην έρχεσαι από στρατόπεδο συγκέντρωσης. Να μην έχεις υποστεί διαπόμπευση στην πλατεία. Να μην είσαι κουρεμένος γουλί. Κυρίως να μη φοράς κίτρινο αστέρι.

΄Ολο η συνείδηση του μουσείου ήταν η πόρτα του. Κοπίασα. Αλλά την ώρα που έκανα τη σκέψη, βρήκα τη δύναμη. Την άνοιξα και μπήκα. ΄Ημουν έτοιμη ν΄ακούσω. Και να δω.

Να δείτε.  Και να μην ξεχάσετε ποτέ. Αγίου Μηνά 11 – Θεσσαλονίκη

Για τη μαμά του Ιλάν Σολομών.

12-10-1944. Μέρος Πρώτο. Κοραή 4.

Ναι. ΄Ενα ωραίο ηλιόλουστο Σαββατιάτικο πρωινό στην πόλη. Τίποτε δεν προμήνυε αυτά τα αναπάντεχα να συμβούν. Εγώ ένα βιβλίο ήθελα να πάρω…. Και βρέθηκα αντιμέτωπη με την ιστορία της Ελλάδας, με την έννοια της Πατρίδας. ΄Ηρθε και φύτρωσε μέσα μου μια κραυγή για δίκιο απ΄τους τοίχους της Κομμαντατούρ.

Εκεί. Στην πλατεία Κλαυθμώνος. Λίγο πριν τη στοά του ΄Αστορ και του καφέ που τρέχαμε όταν είχε διαδηλώσεις στη Σταδίου, και που έκλαιγαν κάποτε οι δημόσιοι υπάλληλοι που έχαναν τη δουλειά τους.

Εκεί. Που απέξω κάποια τραγουδούσε «το μικρό κουρέλι, που στα μαλλιά της φόραγε η Νεφέλη», μια γυάλινη πυραμίδα σκέπαζε το μετρό και δύο σύγχρονοι ήρωες πουλούσαν,φορώντας τα σχετικά πορτοκαλί μπουφάν, τη Σχεδία, το περιοδικό των αστέγων.

Εκεί, στις σκιές των αγαλμάτων των ειδώλων της αρχαίας και νεότερης Ιστορίας του Πνεύματος που λούζονταν στο φως, ήρθαν απ΄τα ανήλιαγα υπόγεια των βασανιστηρίων και το χώρο μνήμης να με τυλίξουν φράσεις. Πάντα έτσι γίνεται. Με τυλίγουν φράσεις όπως…..Αδίκως κρατηθείς. Ζητώ νερό.

Κι εγώ. Αλλά είμαι ελεύθερη. Και χάρη σ΄αυτούς. Να πάτε οπωσδήποτε.
Και να μην ξεχάσετε ποτέ. Κοραή 4.

 

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Συγγενείς… απώλειες. Μόνο γεννιούνται και δε θα χαθούν ποτέ (με τα μάτια του Ιλάν).

buckley

 

Το καλοκαίρι εκείνο, η Black & Blue εκπομπή άφησε για λίγο στην ησυχία τους, τους στην πλειονότητά τους υπερήλικες αστέρες της Jazz και ασχολήθηκε με τους hot ήχους του Rhythm & Blues. Στην πρώτη R&B νύχτα, η ηλεκτρισμένη κιθάρα του Stevie Ray Vaughan από το Austin του Texas ήρθε τελευταία. Τρεις μέρες μετά μας τάραξαν τα δυσάρεστα νέα: Το ελικόπτερο του είχε συντριβεί στην επιστροφή από μία συναυλία στο Memphis του Τενεσί.
….
Ήταν πια 16 Οκτωβρίου του 1990. Την θλίψη μου εκφράζω το επόμενο βράδυ και για να τον ξεπροβοδίσω καλώ τελευταία στα πικάπ του σταθμού την αιώνια φίλη του, τη βελούδινη φωνή της Sarah Vaughan. Και το σκηνικό επαναλαμβάνεται. Η Sassy δυο-τρεις μέρες μετά ακολουθεί τον Art στη χορωδία των αγγέλων της Τζαζ. Απλή σύμπτωση; Οι «συμπτώσεις» ήσαν αρκετές εκείνο τον χειμώνα και το μαυσωλείο της Jazz είχε αποκτήσει πολλούς ‘νέους’ ενοίκους. H κατάρα είχε πια κορυφωθεί όταν, από λάθος στον προγραμματισμό, το τενόρο του Stan Getz έκλεισε μια επόμενη εκπομπή, με τα αναμενόμενα αποτελέσματα: Τρόμος και αβεβαιότητα στις τάξεις των εν ζωή μουσικών… (η »κατάρα του Ιλάν» part III)

 

Ο ντράμερ, η ηγετική μορφή του Hard Bop, ο αρχηγός της μουσικής εποποιίας των Jazz Messengers, o master των ρυθμών Art Blakey γεννήθηκε στις 11 Οκτωβρίου του 1919.